Σεξουαλικότητα και θρησκεία (Μέρος `Β)

Από την Προϊστορία ως τον Μεσαίωνα – Η επικράτηση του Χριστιανισμού

Μέρος ΄Β

Η μητροκεντρική οργάνωση των κοινωνιών της προϊστορίας αποτελεί πια μακρινό παρελθόν. Είχε εδραιωθεί στο πλαίσιο του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος, όπου τα μέσα παραγωγής αποτελούσαν συλλογική ιδιοκτησία. Το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα αποδομούνταν σταδιακά -μέχρι τη στιγμή της τελικής του, βίαιης κατάλυσής- καθώς το βιολογικό είδος «άνθρωπος» δημιουργούσε πολιτισμό και αναδιαμόρφωνε το τεχνητό περιβάλλον μέσα στο οποίο δρούσε. Μορφοποιώντας, έτσι, και τον ίδιο του τον εαυτό, ανέπτυσσε ολοένα και περισσότερο τα εργαλεία και τις παραγωγικές του πρακτικές· μέχρι που ο καταμερισμός εργασίας, η αύξηση της παραγωγής και το πλεόνασμα των προϊόντων μετατράπηκαν σε πλούτο που συσσωρεύτηκε σε λίγους, και εγκαθιδρύθηκε ο θεσμός της δουλείας σε μια κοινωνία που πλέον είχε χωριστεί σε τάξεις.

      Η μητρογραμμική κοινωνική διάρθρωση, λοιπόν, στάθηκε το κατάλληλο πρότυπο οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών (επικαθορίζοντας τον καταμερισμό εργασίας, τις μορφές συμβίωσης, το μοντέλο σεξουαλικής αναπαραγωγής, την πολιτική ιεράρχηση), σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της αντίστοιχης κοινωνικής τους λειτουργίας, που διαμόρφωνε και τις επικρατούσες σχέσεις παραγωγής. Με την περαιτέρω εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων, όμως, ανασυγκροτούνται και οι κοινωνικές σχέσεις, ανασχηματίζονται οι κοινωνικοί θεσμοί και οι πολιτικές δομές, αναμορφώνοντας και το ιδεολογικό πλέγμα που τους κανονικοποιεί. Σε ένα καθορισμένο στάδιο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, και με την εμφάνιση νέων σχέσεων, η κοινωνική δομή καλείται να εκσυγχρονιστεί βίαια, παράγοντας ραγδαίους πολιτιστικούς και κοινωνικούς ανασχηματισμούς. Με την εμφάνιση των πόλεων, της ατομικής ιδιοκτησίας, του χρήματος και τη σύγκλιση των αναπαραγωγικών μοντέλων προς τη μονογαμία, η γυναίκα υποβιβάζεται κοινωνικά και επιβάλλεται το πατρικό δίκαιο στο πλαίσιο των δουλοκτητικών οικονομιών.

     Μέσα στα πλαίσια της ολικής αυτής αναδόμησης των κοινωνιών, μια ακόμη άμεση συνέπεια του περάσματος από τη μητρογραμμική προταξική κοινωνική οργάνωση, στην πατριαρχική και ιδιοκτησιακή δόμηση των δουλοκτητικών οικονομιών, είναι πως εισερχόμαστε σε μια εποχή κατά την εξέλιξη της οποίας θα επιβάλλεται μέσω πολλαπλών τρόπων η ολοένα και εντονότερη καταπίεση και αυτοκαταστολή του ανθρώπινου ερωτισμού. Παρόλο που η σεξουαλικότητα είχε εξυμνηθεί για χιλιετίες και η ελεύθερη έκφρασή της ήταν δομικό στοιχείο των πρωτόγονων κοινοτήτων, οι νέες κοινωνικές σχέσεις που βαθμιαία διαμορφώθηκαν προϋπέθεταν την εδραίωση μιας διαφορετικού τύπου αντίληψης για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Αυτή θα επέβαλλε ένα περισσότερο κατάλληλο -για τις ανάγκες της νέας οργάνωσης της οικονομίας- κοινωνικό πρότυπο αναπαραγωγής και μοντέλο νομικής συμβίωσης των φύλων· μια μορφή γάμου και οικογένειας, δηλαδή, που θα υποστήριζε τους υλικούς όρους ζωής και την οικονομική βάση επάνω στην οποία είχαν θεμελιωθεί.

     Έτσι, σταδιακά περνάμε στην εποχή που καθιερώνεται η κοινωνική πατριαρχική μονογαμία (έχοντας ως αναγκαία σεξουαλικά συμπληρώματα τη μοιχεία και την πορνεία), ως συνέπεια των πολιτιστικών διαδικασιών που συντελούνται επάνω στη νέα υλική βάση της κοινωνίας. Πρόκειται για διαδικασίες άσχετες με την αναπαραγωγική λειτουργία της σεξουαλικότητας, αλλά απόρροια ενός νέου τρόπου οργάνωσης της οικονομίας ο οποίος επιβάλλει ένα νέο ιδεολογικό πλέγμα, περισσότερο συμβατό με την υλική του δομή. Αυτό προκαλεί ιδεολογικοπολιτικές διεργασίες οι οποίες οδηγούν στην ανάδειξη νέων ηθικών, αισθητικών και πολιτιστικών προταγμάτων, που διαχέονται και επικρατούν υπό την αιγίδα της θρησκευτικής εξουσίας. Πρόκειται για ιδεολογικά προτάγματα τα οποία διαμορφώνουν νοοτροπίες και πρακτικές, ορίζοντας και οριοθετώντας ένα κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον εντός του οποίου η σεξουαλικότητα θα κατασταλεί όσο ποτέ άλλοτε και η γυναίκα θα καταπιεστεί ολοκληρωτικά. Η γυναίκα αναδεικνύεται σε μία εκ των μεγάλων ηττημένων ενός διευρυμένου οικονομικοπολιτιστικού πολέμου που κηρύχθηκε και ως σύγκρουση ανάμεσα στα φύλα· ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα θα διεξαχθεί ως θεολογική διαπάλη μεταξύ του μονοθεϊστικού Ιουδαϊσμού και των ιερών μυστηρίων της ελληνιστικής εποχής.

     Η τελική έκβαση αυτής της διαπάλης εξασφάλισε τη διαμόρφωση των απαραίτητων προϋποθέσεων για να επικρατήσει η χριστιανική ηθική («Αυτό το βαρύ έγκλημα κατά της ζωής», κατά τον Νίτσε). Εν τέλει, ήταν ο Χριστιανισμός, ως επίσημη θρησκεία, που την κρίσιμη και μεταβατική περίοδο ανάμεσα στην ύστερη αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα αποτέλεσε το εργαλείο με το οποίο παγιώθηκε και νομιμοποιήθηκε ιδεολογικά όλη η κοινωνική αναρρύθμιση που περιγράψαμε παραπάνω. Η εκδοχή του χριστιανισμού που επικράτησε, δηλαδή ο Παυλιανισμός, δεν αξιοποιήθηκε απλώς ως όχημα για να διαχυθούν υπερβατικές και ανορθολογικές αντιλήψεις στους υπόδουλους λαούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας -ώστε οι μάζες να παραδοθούν στη θρησκευτική μέθη και να αντέχουν τις δοκιμασίες που βιώνουν στις καθημερινές τους ζωές αδιαμαρτύρητα- αλλά, πολύ περισσότερο, αποτέλεσε την αποκορύφωση μιας θεολογικής αναμόρφωσης και θρησκευτικής μεταρρύθμισης.

     Αυτή η μεταρρύθμιση θα προκαλούσε ανατροπή των παραδοσιακών λατρευτικών πρακτικών και θα αναδείκνυε μια διαφορετική ιερατική εξουσία, εδραιώνοντας μια νέα εκκλησιαστική οργάνωση η οποία θα συγκέντρωνε τεράστια πείρα και γνώση στον χειρισμό και την καθυπόταξη των λαϊκών ανθρώπων. Η οργάνωση αυτή θα γκρέμιζε κάθε υπόλειμμα του παλαιού κόσμου, απορρίπτοντας τις πνευματικές κατακτήσεις του ελληνικού πολιτισμού που σχετίζονταν με τη γέννηση των επιστημών και της φιλοσοφίας, και θα αποδυόταν σε εκστρατεία καταπολέμησης των σαρκικών απολαύσεων, σταυροφορία υποτίμησης των γυναικών και καμπάνια υπεράσπισης των τυράννων και των δουλοκτητών.

     Συνοψίζοντας και προωθώντας τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως οι διδαχές του αποστόλου Παύλου προήγαγαν στη μετέπειτα εποχή τον περαιτέρω υποβιβασμό της γυναίκας και τη δαιμονοποίηση του ανθρωπίνου σώματος και του ερωτισμού, για να εκθειάσουν την «αγνότητα», τη λατρεία των στερήσεων, της αποχής και της αγαμίας. Αυτό οδήγησε στην κανονικοποίηση ενός τύπου καθημερινής ζωής των μαζών μπολιασμένου με εκφυλιστική υποκρισία, ερωτικές νευρώσεις και διαστροφές. Στις επιστολές προς Εφεσίους και Κορινθίους, ο απόστολος Παύλος γράφει για τις γυναίκες: «..να υποτάσσεσθε εις τους ιδίους σας άνδρας, σαν να κάνετε την υποταγή σας αυτήν προς τον Κύριον, ο οποίος παραγγέλλει και ζητεί να υποτάσσονται αι γυναίκες εις τους άνδρας των…».

     Το θεολογικό δόγμα του χριστιανισμού, που επικράτησε ως αναγκαία συνθήκη σταθεροποίησης των δουλοκτητικών αυτοκρατοριών σε μια περίοδο που αντιμετώπιζαν τεράστιες εξωτερικές προκλήσεις και εσωτερικούς τριγμούς, διακήρυττε πως η σεξουαλικότητα εκπορεύεται από τον διάβολο. Καλλιεργούσε την αντίληψη πως η ερωτική συνουσία είναι μια πράξη ανήθικη, ειδικά όταν πραγματοποιείται -έστω και νοερά- με μια γυναίκα που δεν μας «ανήκει», αφού αποτελεί ιδιοκτησία κάποιου άλλου άντρα. Επί της ουσίας, η σεξουαλική απαγόρευση εστιάζεται στην ανήθικη πράξη της ιδιοποίησης ξένης περιουσίας, σε μια εποχή που πάση θυσία έπρεπε να περιφρουρηθεί η ατομική ιδιοκτησία. Η γυναίκα ταυτίστηκε με το απόλυτο κακό, καθώς εξέπεφτε σταδιακά σε περιουσιακό απόκτημα, φτάνοντας στο επίπεδο της πλήρους πραγμοποίησης.

     Βέβαια, το χριστιανικό δόγμα δεν περιοριζόταν μονάχα στην εδραίωση της υποταγής της γυναίκας στον άνδρα, μέσα στο καθεστώς ανισοτιμίας και εκμετάλλευσης στο οποίο είχε διαμορφωθεί η οικογενειακή ζωή· αντιθέτως, προήγαγε την υποταγή των πολύπαθων λαών της εποχής στο σύνολό τους. «…Ο Παύλος πέτυχε με τον νόθο χριστιανισμό την αναπόδραστη υποταγή των μαζών στην απανθρωπιά της οικονομικής ολιγαρχίας, και οι λαοί δεν μπορούν ακόμη να σηκώσουν κεφάλι, γιατί κάθε ανθρώπινη διεκδίκησή τους θεωρείται επικίνδυνη προσβολή για την ανύπαρκτη χριστιανική ηθική και δικαιοσύνη…», γράφει η Λιλή Ζωγράφου. Υποστηρίζει κατόπιν πως η μεγαλύτερη καινοτομία που εισήγαγε ο Παύλος ήταν ότι κατήργησε τα αφεντικά, χαρίζοντας ισότητα σε όλους τους ανθρώπους ανακηρύσσοντάς τους όλους υπηρέτες του θεού, και καθαγιάζοντας έτσι τη δουλεία: «Γιατί εκείνος που υπηρετείτε είναι ο Κύριος Χριστός […] Όσοι έχουν χριστιανούς για αφεντικά θα γίνουν ακόμη εργατικότεροι, γιατί θα δουλεύουν για αδελφούς […] Να δουλεύετε με καλή διάθεση σαν να πρόκειται για τον Κύριο κι όχι για ανθρώπους […] Γιατί δουλεύετε για τον Κύριο Χριστό […]» (Απόστολος Παύλος, επιστολές).

     Για να αντιληφθούμε τη σημασία και τον αντίκτυπο που είχαν τα προαναφερθέντα θρησκευτικά κηρύγματα, και τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε η επικράτηση του Χριστιανισμού στην ελληνιστική ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αρκεί μονάχα να αναφέρουμε κάποια κρίσιμα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο που προηγήθηκε. Πρόκειται για μια περίοδο παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας και κοινωνικών αναταραχών, ειδικά από το 133 π.Χ. μέχρι το έναυσμα της ιεραποστολικής δράσης του Παύλου το 44 μ.Χ.. Την εποχή δηλαδή που η Ρώμη ως πρωτοπόρα επεκτατική δύναμη βασιζόταν στην εργασία αναρίθμητων δούλων και χρειαζόταν έναν τεράστιο αριθμό στρατιωτών για να διατηρεί τις αμέτρητες επαρχίες της υπό τον έλεγχό της. Τα 150 χρόνια που προηγήθηκαν της διδασκαλίας του Παύλου χαρακτηρίζονται από διευρυμένη κρίση της ρωμαϊκής δημοκρατίας -πολιτική, οικονομική, κοινωνική και στρατιωτική- που σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλες προσπάθειας αγροτικής μεταρρύθμισης, αναδιαμορφώσεις στο καθεστώς δουλείας, ακραίο αυταρχισμό, αναδόμηση του ρωμαϊκού στρατού, έξαρση της διαφθοράς, εσωτερική διχόνοια και εμφύλιες συρράξεις, στασιασμούς των σκλάβων και ταραχές, καθώς και αμέτρητες στρατιωτικές συμπλοκές με εξεγερμένους λαούς και επαναστατημένους υποτελείς, που οδήγησαν τελικά στην κατάλυση της δημοκρατίας και την ανάδυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 27 π.Χ..

     H εδαφική εξάπλωση της Ρωμαϊκής κυριαρχίας ήταν τέτοια, και τα προβλήματα διαχείρισης των αχανών της εκτάσεων τόσα, που είχε παραστεί η πολιτική αναγκαιότητα να καλλιεργείται στους δούλους και τους φτωχούς υποτελείς της (που διαρκώς κινδύνευαν να εκπέσουν στην κατάσταση του σκλάβου λόγω χρεών), η πεποίθηση πως θα μπορούσαν να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση ή να απελευθερωθούν αν συνέδραμαν στην υπεράσπιση της Ρώμης απέναντι στους αμέτρητους υπονομευτές της. Βέβαια, η ελπίδα αυτή ανά διαστήματα διαψευδόταν και, παράλληλα, οι συνθήκες διαβίωσης των σκλάβων (την εποχή της ανόδου του Ιουλίου Καίσαρα στην εξουσία, αποτελούσαν σχεδόν 30% του πληθυσμού) ήταν τόσο σκληρές -ειδικά των απλών εργατών που δούλευαν σε αγροκτήματα, λατομεία, ορυχεία- που οι ταραχές ήταν ένα φαινόμενο σύνηθες. Με την ίδρυση νέων αποικιών και τον διαμοιρασμό των εδαφών από τις κατακτημένες περιοχές, δημιουργούνταν νέες θέσεις εργασίας για την κατασκευή δρόμων, υδραγωγείων και γεφυρών, αλλά κερδισμένοι έβγαιναν μόνο οι εύποροι Ρωμαίοι που αύξαναν την ιδιοκτησία τους.

     Έτσι, το χάσμα ανάμεσα στους πλούσιους γαιοκτήμονες και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα ολοένα και διευρυνόταν, ενώ οι πολεμικές συγκρούσεις αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό, αφήνοντας τεράστιες εκτάσεις γης ακαλλιέργητες. Παράλληλα, η θέση των μικρομεσαίων αγροτών διαρκώς δυσχέραινε και σε πολλές περιπτώσεις, για να κατορθώσουν να πληρώσουν τους φόρους τους, εγκατέλειπαν τη γη τους και συνέρρεαν στις μεγάλες πόλεις ως έμμισθοι εργάτες, πλάι σε έναν υπέρογκο αριθμό δούλων που διαβιούσε σε συνθήκες εξαθλίωσης. Αναπόφευκτα, λοιπόν, οι γαιοκτήμονες θα έρθουν σε σύγκρουση με τους μικρούς γεωργούς και τα πλήθη των εξαθλιωμένων εργατών που συσσωρεύονται στη Ρώμη· ενώ, ταυτόχρονα, θα ξεσπάσουν βίαιες εξεγέρσεις των δούλων σε Μ. Ασία και Σικελία.

     Αξίζει εδώ να αναφέρουμε ενδεικτικά μονάχα τους τρεις Δουλικούς πολέμους, για να δειχθεί η σημαντικότητα του προβλήματος διαχείρισης των υποδουλωμένων πληθυσμών· καθώς οι εξεγέρσεις των σκλάβων αντανακλούν τις μεγάλες κοινωνικές αναταραχές που λάμβαναν χώρα στην Ρωμαϊκή Δημοκρατία.

  • Στον Ά Δουλικό πόλεμο (135-131 π.Χ.), τετρακόσιοι δούλοι ακολουθούν το κάλεσμα του Εύνου και σφάζουν τους ελεύθερους πολίτες στην πόλη Έννα της Σικελίας. Σύντομα, από τα αγροκτήματα και τις ιδιωτικές φυλακές καταφθάνουν χιλιάδες σκλάβοι (συγκεντρώνονται τελικά 70.000), κατορθώνοντας να διατηρήσουν τον έλεγχο ολόκληρου του νησιού μέχρι το 131 π.Χ., όταν ο ρωμαϊκός στρατός τους εγκλώβισε μέσα στην Έννα και τους πολιόρκησε αναγκάζοντάς τους να παραδοθούν λόγω πείνας.
  • Στον Β΄ Δουλικό πόλεμο (104-100 π.Χ.), χιλιάδες σκλάβοι εξεγείρονται ζητώντας την απελευθέρωσή τους (έπειτα από προσπάθεια της Ρώμης να τους στρατολογήσει ενάντια στους εχθρούς της στο βορρά, με διάταγμα της Συγκλήτου που πρόσφερε ελευθερία σε όσους άνδρες είχαν περιπέσει στην κατάσταση του δούλου λόγω χρεών). Η εξέγερση των σκλάβων είχε δυσμενή έκβαση και όσοι δεν σφαγιάστηκαν είτε επεστράφησαν στα αφεντικά τους, είτε εστάλησαν στη Ρώμη για να θανατωθούν στις αρένες.
  • Στον Τρίτο Δουλικό Πόλεμο (73-71 π.Χ.), ο οποίος αποτέλεσε και τη μεγαλύτερη εξέγερση, χιλιάδες δούλοι συντάχθηκαν στο πλευρό των εξεγερμένων μονομάχων του Σπάρτακου· μέχρι που κατατροπώθηκαν σε μάχη στη Νότιο Ιταλία, και όσοι δεν σκοτώθηκαν εκεί, σταυρώθηκαν κατά μήκος της Αππίας Οδού από την Καπούα ως τη Ρώμη.

     Τόσο ταραχώδης και μεταβατική ήταν η εποχή που προηγήθηκε της ανάδυσης του Χριστιανισμού, όσο περιπετειώδης και ανατρεπτική ήταν στη συνέχεια και η ιστορική περίοδος της επικράτησής του (1ος-4ος αιώνας μ.Χ.) ως κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα και μαζική ιδεολογία. Η τελική φάση της γιγάντωσης του Χριστιανισμού δεν συντελέστηκε παρά μόνο όταν θεσπίστηκε ως επίσημο δόγμα από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο στις αρχές του 4ου αιώνα· τη στιγμή δηλαδή που η ανερχόμενη στρατιωτική αριστοκρατία της εποχής, η οποία είχε πολιτική δύναμη αλλά όχι και οικονομική ισχύ, εργαλειοποίησε τη Χριστιανική διδασκαλία ως την καταλληλότερη ιδεολογία για να υπονομεύσει την εξουσία των παραδοσιακών οικονομικών ελίτ. Παράλληλα, θα εξασφάλιζε την υποταγή των εξαθλιωμένων μαζών, θα ανανέωνε την κυρίαρχη ιδεολογία διαφυλάττοντάς την (όταν οι δουλοκτητικές οικονομίες βρίσκονταν σε ένα κρίσιμο στάδιο ανάπτυξης) και θα έθετε τις βάσεις για την επικράτηση του Φεουδαλισμού (8ο με 15ο αιώνα).

     Το χριστιανικό δόγμα χάρισε άφεση αμαρτιών στους αφέντες των δούλων και υπέταξε την ανθρωπότητα σε έναν και μόνο εργοδότη, τον θεό. Όπως γράφει η Λιλή Ζωγράφου στην «Αντιγνώση», ο χριστιανισμός λειτούργησε ως ιδεολογία για τη διαιώνιση της δουλείας: «Να εργάζονται αδιαμαρτύρητα οι πολλοί και να συσσωρεύουν πλούτη οι ολίγοι. Μια ιδεολογία οικονομική, ένα σύστημα που θα εισχωρούσε αποφασιστικά στα κεφάλια και δεν θα άφηνε θέση να χωρέσει τίποτα άλλο, για να εξασφαλιστεί η ποιότητα των Ιδανικών Υπηκόων». Ο άνθρωπος του μόχθου καταδικάστηκε να δουλεύει αγόγγυστα, ενώ θα έπρεπε να παραμένει ισοβίως ένα ον που αγωνιά για συγχώρεση, επιδεικνύει μετάνοια, πασχίζει για άφεση αμαρτιών, και σέρνεται στα πόδια των ιερέων για λύτρωση.

     Και η πιο θρεπτική αμαρτία, η πιο βολική να κατακρίνεται αμείλικτα δίχως ποτέ να πατάσσεται, είναι η σεξουαλικότητα. Με τη δαιμονοποίηση του ερωτισμού, ο άνθρωπος δεν μπορούσε παρά να νιώθει ποταπός μέχρι τα μύχια της ύπαρξής του, λόγω των ακάθαρτων επιθυμιών και των ανόσιων σεξουαλικών του αναγκών. Εφόσον αδυνατούσε να τις καθυποτάξει, θα παρέμενε εις το διηνεκές ηθικά υπόχρεος και υπό καταδίκη αμαρτωλός, ένα απολωλός πρόβατο που χρειάζεται την καθοδήγηση του ποιμένα του· ένας πολίτης υποδουλωμένος στην εκκλησία, ευεπίφορος στον έλεγχο και τη χειραγώγηση, που δεν θα τολμούσε ποτέ να διεκδικήσει καλύτερες συνθήκες ζωής, αλλά μόνο να ζητιανεύσει τον παράδεισο.

     Μετά την ίδρυση της χριστιανικής εκκλησίας (με την πρώτη ιεραποστολική περιοδεία του Παύλου το 49 μ.Χ.), και ιδιαίτερα ύστερα από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325 μ.Χ., εγκαινιάζεται μια μακρά ιστορική περίοδος καλλιέργειας της δουλοπρέπειας και ταπείνωσης της γυναίκας. Μια σκοτεινή εποχή όπου «κυριαρχούν οι σωματικές αυτοτιμωρίες, το μίσος του σώματος, και η σάρκα εμφανίζεται ως έδρα της αμαρτίας (δεν κατοικεί εν τη σαρκί μου αγαθόν), και ο χριστιανός πρέπει να βασανίσει το σώμα, να το υποδουλώσει, να το νεκρώσει […] οδηγώντας στον μεσαίωνα, όπου κάθε εκδήλωση της σεξουαλικότητας είναι βαριά αμαρτία, η ηδονή διαβολεμένη, και οι θεολόγοι καθυβρίζουν το σώμα ως κοπρόλακκο, αγγείο σήψης, γεμάτο βρομιά και βδελυγμία» (Ντέσνερ Καρλχάιντς, «Σεξουαλικότητα και χριστιανισμός»).

     Θα ήταν περιττό να αναφέρει κανείς τις άμεσες ψυχολογικές επιπτώσεις αυτού του είδους της καταπίεσης, καθώς και να απαριθμήσει τις συνολικότερες συνέπειες στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων (για τον Φρόιντ και την ψυχανάλυση θα ασχοληθούμε παρακάτω). Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, πως η γενικευμένη καταστολή του ερωτισμού αποτέλεσε ένα από τα κύρια μέσα κοινωνικής χειραγώγησης. Όπως παρατηρεί ο Βίλχελμ Ράιχ στις «Ρίζες της Σεξουαλικής καταπίεσης», η σεξουαλική απώθηση καταναλώνει μεγάλο μέρος ψυχικής ενέργειας που θα χρησιμοποιούταν διαφορετικά σε πνευματική δραστηριότητα, «τραυματίζει την ψυχική ακεραιότητα και ευνουχίζει τη δύναμη για εξέγερση στα υλικά καταπιεσμένα άτομα».

     Βέβαια, παρόλο που ο Μεσαίωνας έχει εντυπωθεί ως μια εποχή ζόφου, ορισμένες πτυχές του έχουν εκθειαστεί για το αίσθημα αλληλεγγύης και την ασφάλεια που χαρακτήριζε τον άνθρωπο. Βέβαια όπως υποστηρίζει ο Έριχ Φρομ, και οι δύο αυτές απεικονίσεις είναι αληθείς. Η Εκκλησία καλλιεργούσε το αίσθημα ενοχής, αλλά πρόσφερε και τον τρόπο για να αποκτήσει κανείς την πεποίθηση πως ο Θεός θα τον συγχωρούσε. Μολονότι η μεσαιωνική κοινωνία παρείχε στον άνθρωπο μια πρωτόλεια σιγουριά, τον κρατούσε ταυτόχρονα σε κατάσταση δουλείας. Επρόκειτο για μια μορφή «προσωπικής εξάρτησης», όπου η σκλαβιά ήταν καθολική, ακριβώς επειδή το «άτομο» ως αυτόνομη κατηγορία δεν είχε ακόμη αναδυθεί. Ενώ είναι αλήθεια πως η ανθρώπινη συνείδηση καθορίζεται πάντα από τους κοινωνικούς ρόλους, στον Μεσαίωνα η συνείδηση αυτή ήταν πλήρως απορροφημένη από τη συλλογική θρησκευτική ταυτότητα, στερούμενη τη δυνατότητα του κριτικού αναστοχασμού.

     Αυτός ο εγκλωβισμός της υποκειμενικότητας εντός του θεοκρατικού πλαισίου δεν ήταν τυχαίος· αποτελούσε την αναγκαία ιδεολογική συνθήκη για τη διατήρηση των φεουδαρχικών σχέσεων παραγωγής. Για να επιτευχθεί, όμως, αυτή η απόλυτη υποταγή, η Εκκλησία όφειλε πρώτα να εξοβελίσει κάθε σπέρμα αμφισβήτησης και ορθολογισμού. Έπρεπε, δηλαδή, να καταπνίξει την πνευματική παρακαταθήκη του αρχαιοελληνικού κόσμου, ο οποίος είχε ήδη τολμήσει να θέσει τον άνθρωπο και τον Λόγο στο επίκεντρο της ιστορίας, απειλώντας το σκοτάδι της θρησκευτικής αυθεντίας με το φως της πρώιμης εκκοσμίκευσης.

Κωνσταντίνος Λίχνος

Συνέχεια στο `Γ μέρος –>

Discover more from

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading