Σεξουαλικότητα & θρησκεία (Μέρος `Γ)

Από την Προϊστορία ως τον Μεσαίωνα – Η επικράτηση του Χριστιανισμού

Μέρος ΄Γ

Στο σημείο αυτό, θα πραγματοποιήσουμε μια μικρή παρένθεση φιλοσοφικού και ιστορικοκοινωνικού περιεχομένου, προκειμένου να αναφερθούμε στις πνευματικές κατακτήσεις του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, εκείνες που σχετίζονται με τη γέννηση των επιστημών και της φιλοσοφίας. Οι κατακτήσεις αυτές, καθώς προωθούσαν την εκκοσμίκευση (τη διαδικασία μετατροπής μιας κοινωνίας στηριγμένης σε θρησκευτικές αξίες και κανόνες, σε μια κοινωνία άθρησκη, βασιζόμενη σε κοσμικές αξίες και θεσμούς), έπρεπε να αναχαιτιστούν πάση θυσία από το Χριστιανικό δόγμα και τις γενικότερες «ανάγκες» της ιστορικής συγκυρίας για αντιεκκοσμίκευση.

     Η αντιεκκοσμίκευση, ως διαδικασία εξάπλωσης ή παλινόρθωσης της θρησκευτικής εξουσίας και γιγάντωσης των δυνάμεων επιβολής των θεολογικών δογμάτων, συντελείται συνήθως μετά από μια περίοδο προηγούμενης εκκοσμίκευσης. Ήταν απαραίτητη, ούτως ώστε να καταστεί εφικτή η συνολική διαμόρφωση της μεσαιωνικής εποχής με τον τρόπο που ιστορικά διαμορφώθηκε, και να επικρατήσουν οι συγκεκριμένες εκείνες ιδεολογικοπολιτικές συνθήκες και υλικές παράμετροι που θα καθιστούσαν το ιστορικό υποκείμενο, εντός αυτής της περιόδου, ανίκανο να προβεί στην αυτοαφύπνιση και ανήμπορο να συλλάβει τον εαυτό του ως αυτόνομο άτομο. Οι όροι για μια νέα εκκοσμίκευση και οι προϋποθέσεις για την εξατομίκευση του ανθρώπου θα εμφανίζονταν ξανά μόνο μετά την Αναγέννηση και τον εξορθολογισμό της σκέψης που προώθησε ο Διαφωτισμός.

     Αρχικά, οφείλουμε να προβούμε στη διευκρινιστική δήλωση ότι το άτομο δεν μπορεί ποτέ να εννοηθεί παρά μονάχα ιστορικά και αυστηρώς ενταγμένο στα πλαίσια της κοινωνίας του, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σε κάθε δοσμένη βαθμίδα ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού. Ακόμη κι αν θεωρήσουμε, όπως ο Φρόιντ, τον πολιτισμό ως την πηγή δυστυχίας των ατόμων, δεν θα μπορούσαμε να παραγνωρίσουμε ότι κάθε κοινωνική δομή, παρά τις αντιφάσεις και τις ανειρήνευτες αντιθέσεις της, αποτελεί μια ιστορική κατάκτηση της εξέλιξης του πολιτισμού, για την οποία ο τελευταίος έπρεπε να διέλθει αιμόφυρτος μέσα από τις συμπληγάδες της αναγκαιότητας και του τυχαίου.

     Στη Φροϋδική ανάγνωση, η διασύνδεση ατόμου και κοινωνίας υλοποιείται στη διεπαφή δύο αντικρουόμενων τάσεων: στη δράση εφαρμογής των κελευσμάτων του πολιτισμού -από τους μηχανισμούς καταστολής και τα μέσα αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας από την κρατική αρχή- για τη συμμόρφωση του ατόμου εντός των κοινωνικών νορμών (όπου πραγματώνεται η ιστορική μετουσίωση των ενστίκτων), και στην αντίρροπη τάση του ατόμου για αξίωση ελευθερίας. Παραβλέποντας την πρωτοκαθεδρία που παραδίδει ο Φρόιντ στη δεύτερη τάση, δηλαδή την αναζήτηση της ατομικής ελευθερίας -την οποία αντιλαμβάνεται ως ενστικτώδη φυσική ροπή και όχι ως αγαθό του πολιτισμού- και απορρίπτοντας την αντίληψή του πως η ποιότητα του πολιτισμού κρίνεται από την επιτυχία επιβολής καταναγκασμού για εργασία μέσω της καταστολής του ενστίκτου της επιθετικότητας (από το οποίο απορρέει η ανθρώπινη εχθρότητα), οφείλουμε να είμαστε κριτικοί. Επίσης, απορρίπτουμε την πεποίθησή του ότι ακόμη και με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας η επιθετικότητα δεν πρόκειται να εξαλειφθεί, διότι θα στραφεί προς τις σεξουαλικές σχέσεις (Φρόιντ, Σ., «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας»).

     Εκείνο που έχει αξία να σημειωθεί, παρά ταύτα, είναι πως ακόμη και δια του παραμορφωτικού φακού της Φροϋδικής ανάλυσης προκύπτει ότι το επίπεδο ελευθερίας του ατόμου καθορίζεται από τις δυνατότητες που ιστορικά κατέχει εκείνο για να τη διεκδικήσει, αλλά και από την ένταση της πολιτισμικής καταστολής. Δηλαδή, από τον βαθμό αυστηρότητας με τον οποίο επιβάλλονται οι κανονικοποιημένοι τρόποι συμπεριφοράς από τα θεσμικά όργανα της εκάστοτε εγκαθιδρυμένης εξουσίας και τους κρατικούς μηχανισμούς. Με βάση την ανάλυση του Αλτουσέρ, αυτούς αποτελούν ο θρησκευτικός ιδεολογικός μηχανισμός, ο σχολικός, ο οικογενειακός και νομικός, ο πολιτικός, ο συνδικαλιστικός και ο πολιτιστικός ιδεολογικός μηχανισμός.

     Στην περίπτωση της θρησκείας, ο πατέρας της ψυχανάλυσης θεωρεί πως η εμφάνισή της συντελείται σε κάποιο πρώιμο στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης, όπου ο άνθρωπος δεν βρίσκεται ακόμη σε θέση να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα με τη λογική του· συνεπώς, έχει τις ρίζες της στην αδυναμία του ατόμου να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές δυνάμεις της φύσης και τις εσωτερικές ενστικτώδεις ορμές του. Σε αυτό το στάδιο, η θρησκεία ανακύπτει ως ιδεολογική αναγκαιότητα (βρίσκοντας την προηγμένη πνευματική της έκφραση στη θεολογία), θέτοντας τις βάσεις για τη μετέπειτα ιερατική της οργάνωση και τη συγκρότηση των διαφόρων εκκλησιαστικών μορφωμάτων. Αυτά θα διασυνδεθούν με το κράτος σε συνθήκη σχετικής αυτοτέλειας και θα παρέχουν τα μέσα -βωμούς, προσευχές, λατρευτικά έθιμα, τελετουργίες- με τα οποία οι άνθρωποι θα πραγματοποιήσουν έκκληση σε κάποιον «Πατέρα-Δημιουργό», ώστε να τους σώσει από τα αδάμαστα στοιχεία της φύσης.

     Φυσικά, η προστασία που παρέχει στον άνθρωπο η θρησκεία δεν είναι παρά μια πλάνη, αλλά για τον Φρόιντ ο επιβλαβής της ρόλος δεν σταματάει εδώ. Εντοπίζεται επίσης στο γεγονός ότι, παρασέρνοντας τους ανθρώπους στα δίχτυα του μύθου, τους καθιστά δεχτικούς σε κάθε λογής υπερβατικές αυταπάτες, καταστέλλοντας την κριτική τους σκέψη και αποδυναμώνοντας τις γνωστικές τους ικανότητες και τη δύναμη της λογικής τους. Οδηγεί, παράλληλα, στην καταστροφή των ηθικών αξιών του πολιτισμού, καθώς το κύρος των ηθικών κανόνων που επιβάλλονται υπό την αιγίδα των θρησκευτικών δογμάτων ερείδεται στην παραδοχή πως αποτελούν εντολές του Θεού, και όχι στην ηθική τους βαρύτητα και κοινωνική ωφελιμότητα (έργο που αναλαμβάνει η ηθική φιλοσοφία). Με τον τρόπο αυτόν, η Θρησκεία υποχρεούται να εχθρεύεται τη Φιλοσοφία, αφού εδραιώνεται στο όνομα της παράλογης πίστης, ενώ η Φιλοσοφία βασίζεται στη λογική για να αντιληφθεί την πραγματικότητα και να προσδιορίσει τους ηθικούς κανόνες που θα πρέπει να διέπουν τη ζωή των ανθρώπων.

     Ακριβώς σε αυτό το σημείο είναι που η φιλοσοφική σκέψη -όπως διαμορφώθηκε στην κλασική ελληνική αρχαιότητα- αναδείχθηκε σε μείζον πρόβλημα για τη θρησκεία. Αυτός είναι ο λόγος που η τελευταία έπρεπε να καταπολεμήσει τη φιλοσοφία με μεγαλύτερο μένος από αυτό που επέδειξε στην καταπολέμηση της επιστήμης. Η φιλοσοφική σκέψη που αναπτύχθηκε στις ακμάζουσες πόλεις της αρχαίας Ιωνίας, στις αποικίες της Νότιας Ιταλίας και Σικελίας, και κατόπιν σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, είχε ως αποτέλεσμα τον απεγκλωβισμό του ανθρώπινου πολιτισμού από τις μυθολογικές αφηγήσεις και την εξέλευση της διάνοιας από τον δαιδαλώδη λαβύρινθο των θρησκευτικών δοξασιών. Συνέπεια αυτού ήταν ο εξορθολογισμός του κόσμου και η υποχώρηση των υπερφυσικών θεωρητικών σχημάτων, τα οποία καλλιεργούσαν τον τρόμο, την άγνοια και τη δεισιδαιμονία.

     Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, οι αποκαλούμενοι και «φυσικοί» (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Ηράκλειτος κ.α.), αποπειράθηκαν να δώσουν μια λογική εξήγηση του υπαρκτού κόσμου και να ερμηνεύσουν τα φυσικά φαινόμενα προσδιορίζοντας τις βασικές αρχές της υλικής πραγματικότητας. Η φυσική φιλοσοφία αποτελούσε μια φιλοσοφική μελέτη της φύσης -και πρόδρομο των φυσικών επιστημών- αλλά παρέμεινε μια φιλοσοφία εγκολπωμένη από την επιστήμη. Αν και στην εποχή των φυσικών φιλοσόφων δεν εκφράζεται σε αναπτυγμένο επίπεδο η μέθοδος σκέψης που κατευθύνεται προς τον ίδιο της τον εαυτό, εκεί τέθηκε σε κίνηση η φιλοσοφική σκέψη διαμέσου του σχηματισμού εννοιών όπως «άπειρο», «χρόνος», «κίνηση», «αντίθεση», «μεταβολή», «λόγος», «είναι», «αναγκαιότητα» και «αέναη αλλαγή».

     Η γέννηση της δυτικής φιλοσοφίας πραγματοποιείται τελικά αργότερα, στην ιστορική στιγμή της Σωκρατικής επίδρασης, όπου διαμορφώνεται το πλαίσιο για την εκκίνηση της ιστορίας της φιλοσοφίας. Με τον Σωκράτη, η φιλοσοφία αναλαμβάνει την αποστολή όχι μονάχα να γνωρίσει τον φυσικό κόσμο, αλλά και να κατανοήσει τον άνθρωπο, παράγοντας γνώση για την ανθρώπινη κοινωνία και αναδεικνύοντας ένα πρότυπο ηθικού τρόπου ζωής. Τελικά, η φιλοσοφία αρχίζει να αναστοχάζεται τον ίδιο της τον εαυτό, να υπερβαίνει τις κατηγορηματικές γνωστικές μορφές ταξινόμησης του εξωτερικού κόσμου και να χτίζει μια λογικοσυνεκτική γνώση για την υλική πραγματικότητα και τον ανθρώπινο βίο· επεξεργαζόμενη, ταυτόχρονα, μια μέθοδο εμπειρικής επαλήθευσης και λογικού ελέγχου.

     Η συνεισφορά των φυσικών φιλοσόφων συνίσταται στην ιστορικά πρωταρχική τοποθέτηση της σκέψης σε ορθολογικά πλαίσια και την επακόλουθη εκκοσμίκευση του κόσμου (δεύτερη τέτοια σημαντική τοποθέτηση θα παρατηρηθεί πολύ αργότερα στον Διαφωτισμό). Αυτή η «απομαγευμένη» θέαση και η ορθολογικοποίηση εκφράζεται με απόρριψη των θεοκρατικών σχημάτων ως εργαλείων ερμηνείας, και αντικατάστασή τους από τη λογική ανάλυση (αξιοποιώντας ερμηνευτικά σχήματα που συνδύαζαν τη μεταφυσική και την επιστημονικότητα). Αντίθετα, με τον Σωκράτη περνάμε σε ένα νέο περιεχόμενο της γνωστικής μεθόδου και σε μια λογική κατασκευή έγκυρων γνώσεων βασισμένη σε φιλοσοφικές αρχές. Έτσι, διανοίγεται ο δρόμος για μια πλήρη αναδόμηση της μεθοδολογίας της έρευνας που θα επηρεάσει κάθε τομέα του επιστητού, μεταβάλλοντας και τη φυσιογνωμία των γνωστικών πεδίων (όπως συνέβη αργότερα και με την εμφάνιση της Μαρξιστικής φιλοσοφίας).

     Για την πολύτιμη συνεισφορά του αρχαιοελληνικού λόγου, αρκεί μονάχα να σημειώσουμε τις αναφορές που πραγματοποιεί ο Καρλ Μαρξ στον Αριστοτέλη και τον Ηράκλειτο (τον οποίο χαρακτηρίζει ως έναν από τους μεγαλύτερους διαλεκτικούς του αρχαίου κόσμου) στο έργο του «Το Κεφάλαιο». Όπως έγραφε ο Παναγιώτης Κονδύλης για τη συσχέτιση της Μαρξιστικής σκέψης με την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, το αρχαιοελληνικό κλασικό ιδεώδες:

«στήν ἀντίθεσή του πρός τήν θρησκεία, σημαίνει […] ὅ,τι ἀκριβῶς καί ἡ κατ’ ἐξοχήν πολέμια τῆς θρησκείας, ἤτοι ἡ φιλοσοφία ἐν γένει: σημαίνει, δηλαδή, τόσο τήν πλήρη κατάφαση τῆς γήινης ζωῆς ὅσο καί τό ἦθος πού ἐμπνέεται ἀπό τόν Λόγο, τήν στάση ζωῆς τοῦ ἐλεύθερου κι αὐτόνομου ἄτομου».

     Αυτή η απόλυτη αντίθεση της αρχαιοελληνικής σκέψης απέναντι σε κάθε θρησκεία (η εκκοσμίκευση, η ορθολογικοποίηση και η κριτική αυτοσυνειδησία) έπρεπε πάση θυσία να αναχαιτιστεί, ώστε να επιβληθεί ένα νέο πολιτισμικό πλαίσιο που θα υποστήριζε τις δουλοκτητικές οικονομίες σε μια εποχή τρομακτικών τριγμών. Με βάση την αρχαιοελληνική παράδοση, η επέμβαση του ανθρώπου στη φύση δεν νομιμοποιούνταν να λάβει τον χαρακτήρα υποδούλωσης της τελευταίας, ούτε να οδηγήσει στα κατακτητικά εκείνα χαρακτηριστικά που αναδείχθηκαν στην περίοδο του Ρωμαϊκού επεκτατισμού. Τότε κατέστη αναγκαία η απόρριψη της αρχαιοελληνικής παρακαταθήκης (όπου δεν κυριαρχούσε αντίληψη για κάποιο «τέλος της ιστορίας») και η επικράτηση της εσχατολογικής ιδεολογίας του Χριστιανισμού.

     Η γραμμική αντίληψη προς ένα ιστορικό τέλος (Δευτέρα Παρουσία) υποβαθμίζει την υλικότητα του κόσμου και παραδίδει ένα θεόσταλτο παράγγελμα στην ανθρωπότητα να κυριαρχήσει στη φύση και να υποδουλώσει κάθε άλλο είδος της «δημιουργίας». Όπως σημειώνει ο Χάρης Ναξάκης στην «Η θεολογία της ανάπτυξης», ο άνθρωπος αποκτά πλέον θεόπνευστη εντολή για την κατακυριάρχηση της φύσης, την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την παραγωγή αγαθών με τον ιδρώτα του προσώπου του. Αυτή η διαφοροποίηση -ο σεβασμός του αρχαιοελληνικού πνεύματος προς τη φυσική ροή έναντι της ανατροπής της και του βίαιου τερματισμού του ιστορικού χρόνου- ήταν και μια από τις αιτίες που οι πρωτοχριστιανοί επιτέθηκαν με τόσο μένος στη φιλοσοφία των εθνικών.

     Παρόλα αυτά, η ορθολογική σκέψη, οι έννοιες οργάνωσης του κόσμου και η φιλοσοφική ορολογία που επικρατούσαν στο ελληνορωμαϊκό εποικοδόμημα δεν επέτρεπαν τον παραγκωνισμό της εθνικής φιλοσοφίας με απλά θρησκευτικά ξόρκια. Αυτό εξώθησε τους πρώτους δασκάλους του Χριστιανισμού (τους Απολογητές) να αντιπαρατεθούν μαζί της με όρους φιλοσοφικούς, εξαναγκάζοντάς τους να παρουσιαστούν ως διανοητές προκειμένου να πείσουν τις μάζες πως αντιπροσώπευαν την «αληθινή φιλοσοφία». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συγκροτήθηκε η χριστιανική ιδεολογία ως εκφιλοσοφημένο θρησκευτικό δόγμα, αντάξιο να συγκρουστεί με τη σκέψη των εθνικών υπό τους όρους της τελευταίας· ώστε να εξαπλωθεί στον μη εβραϊκό κόσμο και να κυριαρχήσει. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι δάσκαλοι του Χριστιανισμού έπρεπε να αναδειχθούν σε εξαίρετους γνώστες της ελληνικής φιλοσοφίας, χρησιμοποιώντας τα σχήματα και την ορολογία της για να διακηρύξουν πως ο Χριστιανισμός αποτελούσε την αλήθεια που ήρθε να «τελειοποιήσει» την εθνική φιλοσοφία. Ο απώτερος στόχος ήταν η υπεράσπιση του μονοθεϊστικού δόγματος και η επιβολή ενός νέου πολιτισμικού πλαισίου, απαλλάσσοντάς το από τα υπολείμματα των ειδωλολατρικών αξιών και διαφυλάσσοντάς το από τον κίνδυνο του ωριγενισμού (την ολική εκφιλοσόφησή του).

     Με τη διάδοση του ευαγγελικού κηρύγματος από τους Απολογητικούς συγγραφείς (με έξοχο παράδειγμα τον Αθηναγόρα), περνάμε σε μια μεταβατική περίοδο που ξεκινά ύστερα από την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. και συναντά την ολοκλήρωσή της στο ξέσπασμα της βαθιάς κρίσης που ταλάνισε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ.. Οι διαρκείς πόλεμοι, η υποτίμηση του νομίσματος, ο παρακμασμός των πόλεων και η γιγάντωση του στρατού επέβαλαν μια συνολική αναδιοργάνωση (μεταρρυθμίσεις Διοκλητιανού και Κωνσταντίνου Α΄). Ο Κωνσταντίνος υποστήριξε την επικράτηση του Χριστιανισμού ως επίσημο δόγμα, ευελπιστώντας πως η Εκκλησία θα διατηρούσε την αυτοκρατορία ενωμένη. Τελικά, στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (325 μ.Χ.), η Εκκλησία εντάχθηκε στις επίσημες δομές του κράτους, οδηγώντας στην ανάδυση της Θεοκρατικής Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου. Η οριστική διαίρεση το 395 μ.Χ. και το κλείσιμο της Ακαδημίας του Πλάτωνα το 529 μ.Χ. από τον Ιουστινιανό σηματοδοτούν την οριστική επικράτηση και το πέρασμα στον Μεσαίωνα (με έτος-ορόσημο το 415, όταν συντελέστηκε η δολοφονία της Υπατίας).

     Με το ξεκίνημα του Μεσαίωνα, η εκκοσμίκευση υποχωρεί και διαμορφώνεται ένα θεοκεντρικό ιδεολογικό πλέγμα που αναθεωρεί την αντίληψη περί της «φύσης» του ανθρώπου, της σεξουαλικότητας και του γάμου (διδασκαλία Αγίου Αυγουστίνου). Επιβάλλεται μια νέα θρησκευτική εξουσία, ενσωματωμένη στην κρατική (Καισαροπαπισμός), η οποία θα αποτελέσει το βασικό όργανο ηθικής νομιμοποίησης της καταπίεσης των μαζών. Η σεξουαλικότητα καταφρονήθηκε σε σημείο που ακόμη και εντός του γάμου να θεωρείται αμαρτία (Ιωάννης Χρυσόστομος). Οι λόγοι ήταν η ανάπτυξη νέων υλικών όρων ζωής, η ανάγκη για εντατικοποίηση των πειθαναγκασμών και το γεγονός πως η σεξουαλικότητα αποτελούσε ποιοτικό διαχωριστικό ανάμεσα στην παγανιστική παρακαταθήκη και τον νεοσύστατο Ιουδαιοχριστιανισμό.

     Παρά την ακραία κατάκριση του Μεσαίωνα, ο ανθρώπινος ερωτισμός έμελλε να συναντήσει ακόμη σκληρότερα δεσμά στην αυγή της νεωτερικότητας (15ος-16ος αιώνας). Με τη μετάβαση στον αστικό-κεφαλαιοκρατικό κόσμο, η ηθική πίεση εντάθηκε λόγω των οικονομικών ανασχηματισμών και των θρησκευτικών μεταρρυθμίσεων. Όπως σημειώνει ο Ρομπέρ Μυσεμπλέ στο έργο του «Ο οργασμός και η Δύση»:

«Μόνο με το ξεκίνημα του 16ου αιώνα εντάθηκε αληθινά η ηθική πίεση από την πλευρά των καθολικών και των Προτεσταντών, οι οποίοι βάσισαν τις ενέργειές τους σε νέους αυστηρούς νόμους που θεσμοθετήθηκαν από τις πολιτικές εξουσίες».

     Αυτή η εντατικοποίηση της ηθικής πίεσης κατά τον 16ο αιώνα δεν ήταν τυχαία. Συνέπεσε με την ανάδυση των εθνικών κρατών και την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου. Η θρησκευτική μεταρρύθμιση (Προτεσταντισμός) και η Αντιμεταρρύθμιση (Καθολικισμός) λειτούργησαν ως οι νέοι ιδεολογικοί βραχίονες που προετοίμασαν το ανθρώπινο δυναμικό για τις ανάγκες της βιομηχανικής παραγωγής. Η σεξουαλικότητα έπρεπε να πειθαρχηθεί ακόμη αυστηρότερα, καθώς το σώμα του εργάτη όφειλε να μετατραπεί σε μια αποτελεσματική «μηχανή παραγωγής», απαλλαγμένη από τη σπατάλη ενέργειας που συνεπάγεται ο ανεξέλεγκτος ερωτισμός.

     Σε αυτό το στάδιο, η καταστολή μετατοπίζεται από τη δικαιοδοσία της Εκκλησίας στα χέρια του Κράτους και της Επιστήμης (ιατρικοποίηση της σεξουαλικότητας). Η «αμαρτία» μετονομάζεται πλέον σε «ασθένεια» ή «παρέκκλιση», αλλά ο στόχος παραμένει αναλλοίωτος: ο έλεγχος της αναπαραγωγής και η σταθεροποίηση της πυρηνικής οικογένειας ως της βασικής οικονομικής μονάδας του καπιταλισμού. Η αστική ηθική, που αποκρυσταλλώνεται τον 19ο αιώνα, αποτελεί την κορύφωση αυτής της μακράς πορείας πειθάρχησης, η οποία ξεκίνησε από τα βάθη της πατριαρχικής αρχαιότητας για να συναντήσει την καθολική αλλοτρίωση της ανθρώπινης επιθυμίας στον σύγχρονο κόσμο του εμπορεύματος.

     Έτσι, φτάνουμε στο σημείο όπου η σεξουαλικότητα δεν καταστέλλεται απλώς, αλλά «παράγεται» και ελέγχεται μέσα από λόγους εξουσίας που διαπερνούν κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Κι όπως είδαμε μέσα από την ιστορική διαδρομή -από την αποδόμηση της μητρογραμμικής κοινότητας έως την επιβολή της εκφιλοσοφημένης θεοκρατίας και την ανάδυση της κεφαλαιοκρατικής ηθικής- η ρύθμιση της σεξουαλικότητας αποτελεί οργανικό και αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής της ταξικής κυριαρχίας. Συνεπώς, η απελευθέρωση της σεξουαλικότητας, δεν μπορεί να νοηθεί ως ένα μεμονωμένο ή «μεταμοντέρνο» αίτημα, αλλά ως οργανικό κομμάτι του αγώνα για την ολική χειραφέτηση του ανθρώπου. Η ανατροπή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων και η κατάλυση των πατριαρχικών δομών αποτελούν τις δύο αναγκαίες και αλληλένδετες πλευρές της ίδιας ιστορικής κίνησης: της πορείας που οδηγεί από το βασίλειο της ανάγκης και της θρησκευτικής αυταπάτης, στο βασίλειο της πραγματικής ελευθερίας.

Κωνσταντίνος Λίχνος

Discover more from

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading