Από την Προϊστορία ως τον Μεσαίωνα – Η επικράτηση του Χριστιανισμού
Μέρος Ά
Η σεξουαλικότητα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης ζωής, επιδρώντας στη διαμόρφωση της συνολικής μας ταυτότητας. Ως βιολογική ορμή που μετασχηματίζεται σε κοινωνική συμπεριφορά, ανακατασκευάζεται ιστορικά, αποκτώντας αποδεκτούς τρόπους εκδήλωσης και κανονικοποιημένες μορφές έκφρασης. Προσαρμόζεται στα θεσμικά πλαίσια που οριοθετούν οι πολιτισμικές και ιδεολογικές ορίζουσες, λαμβάνοντας διαφορετικό πρόσωπο ανά κοινωνίες και πολιτισμούς. Δεν αφορά αποκλειστικά την αμιγώς σεξουαλική πρακτική, αλλά διαχέεται στον ανθρώπινο ψυχισμό. Περιβάλλει πολύτροπα την ιστορικά κατασκευασμένη συνείδηση, συμπλεκόμενη με αντιλήψεις για την αναπαραγωγή, το βιολογικό φύλο, τους κοινωνικούς ρόλους, την οικογένεια, τον προσανατολισμό και την ηδονή. Επιπλέον, διαπερνά σχεδόν όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής δραστηριότητας, εκφραζόμενη ποικιλοτρόπως μέσω σκέψεων, φαντασιώσεων, πεποιθήσεων, αξιολογικών κρίσεων κ.α., η μορφή εκδήλωσης των οποίων καθορίζεται από παράγοντες κοινωνικούς, πολιτισμικούς, ηθικούς, ιστορικούς και θρησκευτικούς[1].
Από τη στιγμή που οι πρόγονοί μας οδηγήθηκαν από το σύντομο ζωώδες σεξ στο ερωτικό ζευγάρωμα «πρόσωπο με πρόσωπο», η αντίληψη περί της σεξουαλικότητας δεν έπαψε στιγμή να αναθεωρείται. Αυτό υπήρξε αποτέλεσμα της εξελικτικής πορείας του είδους μας, σε μια διαδρομή όπου το φυσικό διαπλέκεται με το κοινωνικό, και η οικονομική δομή της κοινωνίας με το ιδεολογικό εποικοδόμημα. Αν αποκόπταμε τον ερωτισμό από τους κοινωνικούς του συσχετισμούς, θα καταλήγαμε στην απλουστευτική θέση πως πρόκειται για μια αυστηρά βιολογική διαδικασία. Αντιθέτως, συνιστά μια μεταβαλλόμενη ιστορική κατασκευή, με προεκτάσεις που υπερβαίνουν σαφώς την ιδιωτική σφαίρα[2]. Η ανθρώπινη σεξουαλική επαφή, αποκτώντας κοινωνικό χαρακτήρα, διασυνδέεται με μια σειρά θεσμών (όπως η οικογένεια και ο γάμος) που καθορίζουν τους τρόπους εκφοράς της. Με το πέρασμα των αιώνων, μετατρέπεται από ενστικτώδη αναπαραγωγική ανάγκη σε λειτουργία σύνδεσης, ρυθμιζόμενη με όρους οικονομικούς, πολιτικούς και ηθικούς.
Παρόλο που στα πρώτα στάδια των ανθρώπινων κοινωνιών, από τα βάθη της προϊστορίας μέχρι την αρχαϊκή εποχή, οι άνθρωποι απολάμβαναν απόλυτη σεξουαλική ελευθερία, οι κοινωνικές αλλαγές που σταδιακά συντελέστηκαν άλλαξαν άρδην τα δεδομένα. Το πέρασμα από την πρωτόγονη κοινωνία στη δουλοκτητική είχε ως αποτέλεσμα η κοινωνική δομή να καταστεί ολοένα πολυπλοκότερη και ο πολιτισμός να επεμβαίνει αυταρχικότερα στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί επιχείρησαν να ρυθμίσουν τη σεξουαλικότητα, εναρμονίζοντάς την με το εκάστοτε μοντέλο οικονομικής οργάνωσης. Έτσι, η σεξουαλικότητα καταλήγει είτε να εκφράζεται αυστηρά μέσα στα επιβεβλημένα πρότυπα είτε να αντιδρά απέναντί τους[3]. Η εκδήλωση μιας γενικευμένης και έντονης αντίδρασης αποτελεί φαινόμενο που ανακύπτει ως απόρροια πολιτισμικών και ιδεολογικών αναθεωρήσεων, άρρηκτα συνδεδεμένων με αλλαγές που συντελούνται στην οικονομική βάση της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, οι θεσμοί αναπροσαρμόζονται, επιβάλλοντας νέα αναπαραγωγικά μοντέλα και διαφορετικούς κανόνες. Έτσι, η ιστορία της σεξουαλικότητας διαγράφει μια πορεία διαρκούς ανασχηματισμού, ταλαντευόμενη ανάμεσα σε περιόδους απελευθέρωσης και καταστολής.
Ακόμη και σήμερα, η σεξουαλικότητα προσδένεται τόσο βίαια στο άρμα της αναπαραγωγής, ώστε ο ανθρώπινος ερωτισμός συνθλίβεται στις μυλόπετρες της ετεροκανονικότητας. Πίσω από αυτή τη στάση, συχνά υποκρύπτεται η εχθρότητα του ακραίου χριστιανικού συντηρητισμού απέναντι στις μη γονιμοποιητικές σεξουαλικές πρακτικές. Μέσω της απόλυτης ταύτισης του βιολογικού φύλου με τους παροδικά παγιωμένους κοινωνικούς ρόλους, η «φυσική» διαδικασία της γονιμοποίησης ανάγεται σε απόλυτο κριτήριο καθορισμού του σεξουαλικού προσανατολισμού, των γαμήλιων σχέσεων και της επιτρεπτής συμπεριφοράς[4]. Συνολικά, ο έλεγχος που έχει ασκηθεί ανά τους αιώνες στη γυναικεία σεξουαλικότητα, τα αυστηρά κανονιστικά πρότυπα ηθικής θεώρησης του φύλου (στο επίκεντρο των οποίων βρίσκονται ο έμφυλος διμορφισμός και η φυσικοποίηση της ετεροφυλίας) και τα άκαμπτα μοντέλα οικογενειακής συμβίωσης αποκαλύπτουν το πόσο καταλυτική αποβαίνει η «ρύθμιση» του ερωτισμού για τη γενικότερη διάπλαση της κοινωνικής συμπεριφοράς.
Ο τρόπος που οι κοινωνίες αντιμετώπισαν τη σεξουαλικότητα κατά την προϊστορία διαφέρει ριζικά από την προσέγγιση που υιοθετήθηκε με το πέρασμα στην αρχαϊκή εποχή και, αργότερα, στην ύστερη αρχαιότητα. Προσπαθώντας να εντοπίσουμε την κρίσιμη μεταβολή, διαπιστώνουμε πως αυτή εκκινεί κατά τη διαδικασία ανασχηματισμού της κοινωνίας σε ταξική, εδραιώνεται με την ανατροπή της μητροκεντρικής οργάνωσης και την επιβολή της πατριαρχίας, για να επισφραγιστεί τελικά με την αντικατάσταση του πολυθεϊσμού από τον μονοθεϊσμό. Από πολλές απόψεις, η πολυθεϊστική κουλτούρα των αρχαϊκών κοινωνιών παρουσιάζεται μακράν ανεκτικότερη και πιο απελευθερωμένη στο πεδίο της σεξουαλικότητας. Οι ίδιες οι λέξεις «Έρως» και «Αφροδίσιος» έλκουν την καταγωγή τους από τον χώρο της θρησκείας, ως προσωποποίηση των ερωτικών ορμών. Η σπουδαία σημασία που έδιναν οι αρχαίοι πολιτισμοί στην ελεύθερη έκφραση διαφαίνεται καθαρά από τα ήθη τους: «Το αιδοίο και ο φαλλός, ως φορείς γονιμότητας, ήταν ιερά για τους αρχαίους ανθρώπους και οι σεξουαλικές πράξεις βρίσκονταν στο επίκεντρο της θρησκευτικής τους ζωής»[5]. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως το συνολικό πλαίσιο των πολυθεϊστικών θρησκειών πρέπει να εξιδανικεύεται. Παρόλα αυτά, είναι δύσκολο να μην εντοπίσει κανείς τη βίαιη αποϊεροποίηση του ερωτισμού που επιβλήθηκε όταν η θρησκεία μεταλλάχθηκε σε μονοθεϊστική.
Σε μια εξελικτική διαδικασία που εκκινεί με τη Νεολιθική επανάσταση (που επέτρεψε τη γαιοκτησία και την εγκατάσταση σε μόνιμους οικισμούς), τίθενται οι βάσεις για τον καταμερισμό εργασίας και την κοινωνική διαστρωμάτωση. Αρχικά, οι κοινότητες απέκτησαν τη δυνατότητα να αποθηκεύουν τροφή και να ανταλλάσσουν το πλεόνασμα μέσω του αντιπραγματισμού (γύρω στο 6000 π.Χ.). Παράλληλα, η ανάπτυξη της εντατικής γεωργίας με τη χρήση εξειδικευμένων εργαλείων, όπως το άροτρο, αναδιαμορφώνει τον έμφυλο καταμερισμό εργασίας. Το προβάδισμα δίνεται στην ανδρική εργασία, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την επικράτηση των πατριαρχικών σχέσεων εξουσίας. Σταδιακά, αναπτύσσονται οι πρώτες πόλεις-κράτη με ιεραρχικά δομημένη πολιτική εξουσία (Μεσοποταμία, 4000 π.Χ.) και εμφανίζεται η ατομική ιδιοκτησία (Βαβυλωνία, 2000 π.Χ.). Ο καταμερισμός εργασίας γίνεται εντονότερος, και όπως σημειώνουν οι Μαρξ και Ένγκελς, «τη στιγμή που εμφανίζεται ένας καταμερισμός υλικής και πνευματικής εργασίας», η συνείδηση αποδεσμεύεται από την καθημερινή υλική δραστηριότητα και προχωρά «στη διαμόρφωση της καθαρής θεωρίας, της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της ηθικής»[6].
Παράλληλα, η κοινωνική μονογαμία μετατρέπεται από περιστασιακή σε σταθερή (χωρίς να ταυτίζεται στην πράξη με τη σεξουαλική αποκλειστικότητα για τους άνδρες). Οι ανθρώπινες κοινότητες επιβάλλουν το μοντέλο του μόνιμου ζευγαρώματος μέσω του γάμου, όχι επειδή μεταβλήθηκε η βιολογία του ανθρώπου, αλλά ως οικονομικό συμβόλαιο που διασφαλίζει τη διατήρηση της ιδιοκτησίας και τη μεταβίβαση της κληρονομιάς εντός της πυρηνικής οικογένειας. Η ανάγκη διασφάλισης της βιολογικής πατρότητας επισφραγίζει το πέρασμα από το μητρικό στο πατρικό δίκαιο, ενώ θεσμοί όπως η προίκα καθιερώνονται ως μηχανισμοί ελέγχου των περιουσιακών ροών. Αντίθετα, στη μητρογραμμική κοινωνική οργάνωση, όπου η γυναίκα διατηρούσε τη δική της περιουσία, δεν υπήρχε καμία κοινωνική ανάγκη αυστηρού ελέγχου της γυναικείας σεξουαλικότητας. Όπως υπογραμμίζει ο Μπρονισλάβ Μαλινόφσκι: «Τόσο το δικαίωμα στη διαδοχή, όσο και το κληρονομικό δίκαιο, μεταβιβάζονται διαμέσου της θηλογονικής γραμμής. Αυτό σημαίνει πως το αγόρι ή το κορίτσι ανήκαν στην οικογένεια, το κλαν ή την κοινότητα της μητέρας: το αγόρι διαδέχεται στις τιμές και την κοινωνική θέση τον αδελφό της μητέρας και κληρονομεί την περιουσία όχι του πατέρα, αλλά του αδελφού της μητέρας του»[7].
Με τη διάλυση του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος και την επικράτηση της ατομικής ιδιοκτησίας, η κοινωνία μεταβαίνει στην ταξική της μορφή· η ιδιοποίηση του παραγωγικού πλεονάσματος από μια μειοψηφία οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις και οδηγεί, ως αναγκαία συνέπεια, στη δημιουργία του κράτους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πατριαρχία θεμελιώνεται ως κοινωνικός θεσμός και ριζώνει ως ιδεολογία που υπηρετεί τους νέους όρους παραγωγής, διαιωνίζοντας τις έμφυλες διακρίσεις. Ο Φρίντριχ Ένγκελς σημειώνει πως η επικράτηση της μονογαμίας είχε «ρητό σκοπό τη γέννηση παιδιών που η πατρότητά τους είναι αδιαφιλονίκητη, και η πατρότητα αυτή απαιτείται, γιατί αυτά τα παιδιά θα γίνουν μια μέρα οι άμεσοι κληρονόμοι της πατρικής περιουσίας». Συνεπώς, η μονογαμία επιβάλλεται προκειμένου να θωρακιστεί ο πλούτος των οικονομικά ισχυρών, ενώ η ανάγκη για συγκεντρωτικό έλεγχο και αυστηρή ιεραρχία αναπροσαρμόζει αναπόφευκτα τις μυθοθρησκευτικές δοξασίες, προετοιμάζοντας το έδαφος για τον μονοθεϊσμό. Αυτή η μετάβαση αποτελεί εξέλιξη κοσμοϊστορικής σημασίας, επιφέροντας «τη διάσπαση μιας άλλοτε αταξικής κοινωνίας σε αφέντες και δούλους, σε πλούσιους και φτωχούς […] τον κατακερματισμό μιας άλλοτε ενιαίας κοινωνίας των ίσων και ισότιμων, σε μια εξαχρειωμένη ταξική κοινωνία, που θα στηρίζεται στην καρκινωματική υπερπλασία του κρατικού μηχανισμού, που θα μπορεί να διατηρηθεί μόνο με τη βοήθεια του στρατού, της αστυνομίας και των φυλακών»[8].
Η μελέτη της παραπάνω μετάβασης, αναδεικνύει σοβαρές θεωρητικές δυσκολίες στη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στην οικονομική δομή των εκμεταλλευτικών κοινωνιών και τις πατριαρχικές δομές εξουσίας. Η θεώρηση της πατριαρχίας ως αυτόνομης δομής οδηγεί συχνά στο λεγόμενο «δυικό μοντέλο» (πατριαρχίας-καπιταλισμού), το οποίο έρχεται σε ρήξη με την κλασική μαρξιστική κοινωνιολογία, καθώς μετατοπίζει το βασικό επαναστατικό υποκείμενο από την εργατική τάξη στο γυναικείο φύλο[9]. Στον αντίποδα αυτής της σχολής, ο Ερνέστος Μπόρνεμαν επιχειρεί μια ιστορικο-υλιστική ανατομή των ερωτικών σχέσεων· συσχετίζει οργανικά τη σεξουαλικότητα με την ταξική διάρθρωση, αναγνωρίζοντας παράλληλα τον ενεργητικό και καθοριστικό ρόλο του ιδεολογικού εποικοδομήματος. Το ερώτημα αν η πατριαρχία προηγήθηκε ιστορικά γεννώντας τα εκμεταλλευτικά συστήματα ή αν ο καπιταλισμός την αναδιοργάνωσε εργαλειακά προς όφελός του, παραμένει ανοιχτό πεδίο αντιπαράθεσης. Σε κάθε περίπτωση, η εξάλειψη της πατριαρχίας -ως νοοτροπίας ριζωμένης στη γλώσσα, την τέχνη και τη θρησκεία- δεν επιφέρει αυτόματα ταξική ισότητα, όπως ακριβώς και η ανατροπή των ταξικών σχέσεων παραγωγής δεν εγγυάται την άμεση εξάλειψη των έμφυλων ιεραρχιών. Εντούτοις, η κατάλυση των εκμεταλλευτικών δομών και η συντριβή της πατριαρχίας αποτελούν δύο όψεις της ίδιας χειραφετητικής πορείας, η οποία οδηγεί από το βασίλειο της ανάγκης σε εκείνο της ελευθερίας.
Προκειμένου να ερμηνευθεί η οργανική σύμπλευση της ταξικής κυριαρχίας με την έμφυλη καταπίεση, επιβάλλεται μια διαλεκτική μεθοδολογία που υπερβαίνει τον βιολογικό αναγωγισμό και τον μηχανιστικό υλισμό, αναδεικνύοντας τον καθοριστικό ρόλο του ιδεολογικού εποικοδομήματος. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μπόρνεμαν προσδιορίζει ως πυρηνικό στάδιο της κοινωνικής μετάβασης το προϊστορικό «ανδροκρατικό πραξικόπημα», υπογραμμίζοντας πως «η καθυπόταξη της γυναίκας από τον άνδρα είχε σπουδαιότερες επιπτώσεις από όσο η μετάβαση από τη δουλεία στον φεουδαλισμό ή από τον φεουδαλισμό στην αστική κοινωνία»[10]. Συνάγεται, επομένως, ότι η ατομική ιδιοκτησία, η ταξική διαστρωμάτωση και η πατριαρχία συγκροτούν ένα αδιάσπαστο ιστορικό συνεχές, η εδραίωση του οποίου προϋπέθετε και την επιβολή μιας ριζικά αναθεωρημένης αντίληψης για τη σεξουαλικότητα. Το πέρασμα στην πατριαρχική μονογαμία πυροδότησε βαθιές ιδεολογικές ζυμώσεις που κανονικοποιήθηκαν σταδιακά μέσω της θρησκευτικής εξουσίας, μετουσιώνοντας ουσιαστικά τον πόλεμο των φύλων σε θεολογική διαπάλη μεταξύ του αναδυόμενου μονοθεϊστικού Ιουδαϊσμού και των αρχαϊκών ιερών μυστηρίων της ελληνιστικής περιόδου. Η οριστική έκβαση αυτής της σύγκρουσης διασφάλισε τις ιδεολογικές προϋποθέσεις για την κυριαρχία της χριστιανικής ηθικής· ενός κανονιστικού συστήματος που νομιμοποίησε θεσμικά τη νέα, αυστηρά ιεραρχική κοινωνική πραγματικότητα και το οποίο ο Νίτσε κατήγγειλε ευθέως ως «βαρύ έγκλημα κατά της ζωής»[11].
Ο Χριστιανισμός αναδείχθηκε στον ιδεολογικό μηχανισμό νομιμοποίησης αυτής της νέας κοινωνικής αναρρύθμισης. Αποδομώντας συστηματικά κάθε υπόλειμμα του παλαιού κόσμου, η εκκλησιαστική οργάνωση εξαπέλυσε ολομέτωπη σταυροφορία ενάντια στις σαρκικές απολαύσεις, ταυτίζοντας τη γυναίκα με το απόλυτο κακό. Ειδικότερα, η παυλιανή διδασκαλία θεμελίωσε θεωρητικά αυτή την υποτίμηση, ενοχοποιώντας την ερωτική συνουσία και επιβάλλοντας στις γυναίκες απόλυτη υποταγή στους συζύγους τους «σαν να κάνετε την υποταγή σας αυτήν προς τον Κύριον»[12]. Παράλληλα, το χριστιανικό δόγμα εργαλειοποιήθηκε για να επισφραγίσει την ευρύτερη ταξική καθυπόταξη των λαών. Ο Απόστολος Παύλος καθαγίασε θεσμικά τη δουλεία, προτρέποντας τους σκλάβους να υπακούουν στα αφεντικά τους «σαν να πρόκειται για τον Κύριο»[13]. Με αυτόν τον τρόπο, επιτεύχθηκε μέσω του χριστιανισμού «η αναπόδραστη υποταγή των μαζών στην απανθρωπιά της οικονομικής ολιγαρχίας»[14], μετατρέποντας τη θεολογία σε απόλυτο εγγυητή της κοινωνικής καταπίεσης. Αυτό καθίσταται πασιφανές στην περίοδο της βαθιάς ρωμαϊκής κοινωνικής κρίσης. Καθώς η οικονομία της αυτοκρατορίας εξαρτιόταν απόλυτα από την εργασία των δούλων (σχεδόν το 30% του πληθυσμού), το σύστημα κλονιζόταν από διαρκείς αναταραχές, με αποκορύφωμα τους τρεις Δουλικούς Πολέμους (135-71 π.Χ.) και την εξέγερση του Σπάρτακου[15]. Σε αυτό το ταραχώδες περιβάλλον ακραίας ταξικής πόλωσης, το χριστιανικό δόγμα αναδείχθηκε στον ιδανικό ιδεολογικό μηχανισμό κατευνασμού και διαχείρισης των μαζών. Με τη θεσμοθέτησή του ως επίσημης κρατικής θρησκείας τον 4ο αιώνα, η ανερχόμενη στρατιωτική αριστοκρατία το εργαλειοποίησε για να θέσει τα θεμέλια του φεουδαλισμού. Το νέο αυτό σύστημα εξουσίας εγγυήθηκε την κατασκευή «Ιδανικών Υπηκόων»[16], εγκλωβίζοντας τα λαϊκά στρώματα σε ισόβια αγωνία για την άφεση των αμαρτιών, με τη σεξουαλικότητα να ανάγεται στο πλέον λειτουργικό εργαλείο ενοχοποίησης και κοινωνικού ελέγχου.
Με την επικράτηση της παυλιανής διδασκαλίας, εγκαινιάζεται μια μακρά ιστορική περίοδος δαιμονοποίησης του ερωτισμού, κατά την οποία η σάρκα καθυβρίζεται ως «έδρα της αμαρτίας» και το σώμα αποκηρύσσεται ως «κοπρόλακκος» και «αγγείο σήψης»[17]. Οι ιστορικές επιπτώσεις αυτής της καταπίεσης υπήρξαν καταλυτικές, καθώς η σεξουαλική ενοχοποίηση ανήχθη στο απόλυτο εργαλείο κοινωνικής χειραγώγησης, επιτυγχάνοντας την εσωτερίκευση του ελέγχου από τους ίδιους τους καταπιεσμένους. Όπως επισημαίνει ο Βίλχελμ Ράιχ -διαπίστωση που διατηρεί την πολιτική της ισχύ μέχρι σήμερα- η σεξουαλική απώθηση καταναλώνει πολύτιμη ψυχική ενέργεια και, τελικά, «ευνουχίζει τη δύναμη για εξέγερση στα υλικά καταπιεσμένα άτομα»[18]. Αυτός ακριβώς ο μηχανισμός καταστολής λειτούργησε απρόσκοπτα κατά τον Μεσαίωνα, μια περίοδο που, παρά τις ανυπολόγιστες υλικές στερήσεις που επέβαλε, παρείχε στους πληθυσμούς μια μορφή ψυχολογικής ασφάλειας, με την Εκκλησία να νοηματοδοτεί την εξαθλίωση των μαζών ως φυσική και δίκαιη απόρροια του προπατορικού αμαρτήματος. Άλλωστε, όπως σημειώνει ο Έριχ Φρομ, «η μεσαιωνική κοινωνία δεν αποστερούσε το άτομο από την ελευθερία του, αφού το “άτομο” αυτό δεν υπήρχε ακόμη»[19]. Αντιθέτως, με την ιστορική ανάδυση του υποκειμένου κατά τη μετάβαση στη νεωτερικότητα και τη σταδιακή εξανέμιση της θρησκευτικής παρηγοριάς, η υπαρξιακή συνθήκη αποκτά ριζικά διαφορετικούς όρους. Αυτή ακριβώς η πορεία προς την εξατομίκευση εξηγεί γιατί ο ανθρώπινος ερωτισμός έμελλε να συναντήσει ακόμη σκληρότερα και πιο περίπλοκα δεσμά στην αυγή της νέας εποχής. Όπως παρατηρεί ο Ρομπέρ Μυσεμπλέ: «Μπορεί ο Χριστιανισμός να επιδίωκε εξαρχής να φυλακίσει την τηκόμενη λάβα του ζωτικού ενστίκτου μέσα στην πανοπλία των κοινωνικών και νομικών απαγορεύσεων, αλλά μόνο με το ξεκίνημα του 16ου αιώνα εντάθηκε αληθινά η ηθική πίεση από την πλευρά των Καθολικών και των Προτεσταντών»[20].
Καθίσταται σαφές πως η ιστορική διαδρομή της ανθρώπινης σεξουαλικότητας αποτελεί τον πιο πιστό καθρέφτη της ταξικής και πατριαρχικής κυριαρχίας. Ο έλεγχος του σώματος, η δομική υποτίμηση της γυναίκας και η συστηματική καταστολή της ηδονής υπήρξαν ανέκαθεν οι απαραίτητοι ιδεολογικοί αρμοί για τη νομιμοποίηση και τη διαιώνιση της εκμετάλλευσης. Υπό αυτό το πρίσμα, η απελευθέρωση του ερωτισμού δεν μπορεί να εκπληρωθεί ως μια στενή, ατομική διεκδίκηση στο πλαίσιο του υπάρχοντος συστήματος, παρά μόνο ως οργανικό και αναπόσπαστο τμήμα της συνολικής κοινωνικής χειραφέτησης.
[1] Για τη διεξοδική κοινωνιολογική προσέγγιση που ορίζει τη σεξουαλικότητα ως προϊόν ιστορικών και πολιτισμικών διεργασιών, βλ. Jeffrey Weeks, Sexuality, 5rd edition, Taylor & Francis Ltd, 2022, σσ. 12-18.
[2] Michel Foucault, Η ιστορία της σεξουαλικότητας, τόμος 1: Η δίψα της γνώσης, μτφρ. Γ. Ροζάκης, εκδόσεις Ράππα, 1979, σσ. 25-28.
[3] Η οπτική αυτή εδράζεται στην ανάλυση της αλληλεπίδρασης μεταξύ εξουσίας και γνώσης γύρω από το σώμα. Βλ. σχετικά Michel Foucault, Η ιστορία της σεξουαλικότητας, τόμος 2: Η χρήση των απολαύσεων, εκδόσεις Ράππα, 1982.
[4] Για τη νομιμοποίηση της ετεροκανονικότητας και τον ρόλο του κράτους, βλ. Silvia Federici, Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα: Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση, εκδόσεις των Ξένων, 2014, σσ. 32-35.
[5] Κάρλχαϊντς Ντέσνερ, Σεξουαλικότητα και Χριστιανισμός, εκδόσεις Μαύρη Λίστα, 1999, σελ. 42.
[6] Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος Α’, εκδόσεις Gutenberg, 1997, σελ. 65.
[7] Μπρονισλάβ Μαλινόφσκι, Σεξουαλικότητα και καταπίεση στην πρωτόγονη κοινωνία, εκδόσεις Καστανιώτη, 1993, σελ. 34
[8] Ερνέστος Μπόρνεμαν, Η πατριαρχία: Η προέλευση και το μέλλον του κοινωνικού μας συστήματος, εκδόσεις ΜΙΕΤ, 2001, σελ. 112.
[9] Για τη διεξοδική συζήτηση γύρω από το δυικό σύστημα, βλ. Lise Vogel, Marxism and the Oppression of Women, Haymarket Books, 2014
[10] Ερνέστος Μπόρνεμαν, ό.π., σελ. 145.
[11] Φρίντριχ Νίτσε, Ο Αντίχριστος: Ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού, εκδόσεις GUTENBERG, 2014, σελ. 68.
[12] Επιστολή Προς Εφεσίους, ε΄, 22-24.
[13] Επιστολή Προς Κολοσσαείς, γ΄, 22-24.
[14] Λιλή Ζωγράφου, Αντιγνώση, τα δεκανίκια του καπιταλισμού, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1999, σελ. 104.
[15] Κάουτσκι, Κ. Η καταγωγή του χριστιανισμού, μτφρ. Γ. Ν. Βιστάκη, Αθήνα: εκδ. Αναγνωστίδη, σσ. 110-115.
[16] Λιλή Ζωγράφου, ό.π., σελ. 121.
[17] Κάρλχαϊντς Ντέσνερ, ό.π., σελ. 89.
[18] Βίλχελμ Ράιχ, Η σεξουαλική επανάσταση, εκδόσεις Κέδρος, 1972, σελ. 56.
[19] Έριχ Φρομ, Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία, εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1971, σσ. 44-45.
[20] Ρομπέρ Μυσεμπλέ, Ο οργασμός και η Δύση: Μια ιστορία της ηδονής από τον 16ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007, σελ. 21.
Βιβλιογραφία
Γουίκς, Τζέφρι. Sexuality, 5th edition, Taylor & Francis Ltd (Routledge), London & New York, 2022.
Φουκώ, Μισέλ. Η ιστορία της σεξουαλικότητας, τόμος 1: Η δίψα της γνώσης, εκδόσεις Ράππα, Αθήνα, 1978.
Φουκώ, Μισέλ. Η ιστορία της σεξουαλικότητας, τόμος 2: Η χρήση των απολαύσεων, εκδόσεις Ράππα, Αθήνα, 1989.
Φεντερίτσι, Σίλβια. Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα: Γυναίκες, σώμα και πρωταρχική συσσώρευση, εκδόσεις των Ξένων, Θεσσαλονίκη, 2011.
Ντέσνερ, Κάρλχαϊντς. Σεξουαλικότητα και Χριστιανισμός, εκδόσεις Μαύρη Λίστα, Αθήνα, 1994.
Μαρξ, Καρλ & Ένγκελς, Φρίντριχ. Η Γερμανική Ιδεολογία, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.
Μαλινόφσκι, Μπρονισλάβ. Σεξουαλικότητα και καταπίεση στην πρωτόγονη κοινωνία, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1985.
Ένγκελς, Φρίντριχ. Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2001.
Μπόρνεμαν, Ερνέστος. Η πατριαρχία: Η προέλευση και το μέλλον του κοινωνικού μας συστήματος, εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2001.
Βόγκελ, Λίζε (Vogel, Lise). Marxism and the Oppression of Women, Haymarket Books, 2014.
Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη). Αθήνα: Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, 1997.
Νίτσε, Φρίντριχ. Ο Αντίχριστος: Ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού, εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 2014.
Ζωγράφου, Λιλή. Αντιγνώση, τα δεκανίκια του καπιταλισμού, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1999.
Κάουτσκι, Καρλ. Η καταγωγή του Χριστιανισμού, εκδόσεις Αναγνωστίδη.
Ράιχ, Βίλχελμ. Η σεξουαλική επανάσταση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1972.
Φρομ, Έριχ. Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία, εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα, 1971.
Μυσεμπλέ, Ρομπέρ. Ο οργασμός και η Δύση: Μια ιστορία της ηδονής από τον 16ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2008.
