Έντεκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από ένα ερώτημα που στην πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ το ουσιώδες: αν ο Αλέξης Τσίπρας «πρόδωσε» το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος μετατρέποντας το λαϊκό «Όχι» σε κυβερνητικό «Ναι». Για όσους αντιμετώπιζαν τότε την πολιτική όχι ως άσκηση ηθικών προθέσεων αλλά ως έκφραση συγκεκριμένων κοινωνικών και ταξικών σχέσεων, η εξέλιξη αυτή δεν αποτέλεσε έκπληξη. Δεν επρόκειτο για προφητική ικανότητα ούτε για πολιτική ενόραση που δικαιώθηκε εκ των υστέρων. Ήταν το αναμενόμενο αποτέλεσμα μιας στρατηγικής που δεν αμφισβητούσε ποτέ τα όρια της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, αλλά επιδίωκε έναν ευνοϊκότερο συμβιβασμό στο εσωτερικό της.
Η σοσιαλδημοκρατία, ακόμη και όταν υιοθετεί ριζοσπαστική φρασεολογία, λειτουργεί ιστορικά ως δύναμη διαχείρισης και σταθεροποίησης του συστήματος στις περιόδους κρίσης. Από αυτή την άποψη, η μετατροπή του «Όχι» σε «Ναι» δεν υπήρξε μια αιφνίδια πολιτική μετάλλαξη, αλλά η λογική κατάληξη μιας στρατηγικής που είχε ως αδιαπραγμάτευτη αφετηρία την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη. Όσοι εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζαν ως «υπερβολικές» ή «παράλογες» τις σχετικές προειδοποιήσεις, στην πραγματικότητα αρνούνταν να αναγνωρίσουν ότι οι κυβερνήσεις δεν δρουν έξω από τους κοινωνικούς συσχετισμούς δύναμης ούτε μπορούν να υπερβούν τα όρια της τάξης της οποίας τελικά διαχειρίζονται την κυριαρχία.
Ωστόσο, η ουσιαστική σημασία του δημοψηφίσματος δεν εξαντλείται στην κυβερνητική υπαναχώρηση. Όποιος περιορίζει την ιστορική αποτίμηση του 2015 αποκλειστικά στην «αναστροφή» του ΣΥΡΙΖΑ, παραβλέπει το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός εκείνης της περιόδου. Το πραγματικό γεγονός ήταν ότι για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση εκφράστηκε με τόσο καθαρό τρόπο μια βαθιά κοινωνική και ταξική πόλωση. Το «Όχι» δεν ήταν μια ομοιογενής πολιτική επιλογή. Η κοινωνική του γεωγραφία ήταν αποκαλυπτική. Στις εργατικές συνοικίες, στους ανέργους, στους νέους της επισφάλειας, στα λαϊκά στρώματα που είχαν υποστεί τις βαρύτερες συνέπειες της μνημονιακής αναδιάρθρωσης, το «Όχι» κυριάρχησε συντριπτικά. Αντίθετα, στις περιοχές υψηλών εισοδημάτων, στα τμήματα του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου και στους βασικούς φορείς του ελληνικού κεφαλαίου κυριάρχησε το «Ναι». Η ταξική διαστρωμάτωση της ψήφου επιβεβαίωσε ότι κάτω από την επίφαση της εθνικής ενότητας εξακολουθούσαν να συγκρούονται αντικρουόμενα κοινωνικά συμφέροντα.
Ακριβώς εκεί βρισκόταν και η μεγάλη δυνατότητα που άνοιγε το δημοψήφισμα. Όχι επειδή μια κυβέρνηση θα οδηγούσε τη χώρα σε μια συνολική ρήξη με το ευρωπαϊκό πλαίσιο — κάτι που ποτέ δεν αποτελούσε μέρος της στρατηγικής της — αλλά επειδή η κοινωνική κινητοποίηση μπορούσε να αποτελέσει αφετηρία νέων πολιτικών διεργασιών, ανεξάρτητων τόσο από την κυβερνητική διαχείριση όσο και από το συνολικό αστικό πολιτικό παίγνιο. Οι ιστορικές καμπές δεν παράγουν από μόνες τους νέους κοινωνικούς συσχετισμούς. Δημιουργούν, όμως, ρωγμές μέσα στις οποίες μπορεί να συγκροτηθεί μια διαφορετική πολιτική προοπτική, εφόσον υπάρξει η αντίστοιχη κοινωνική και οργανωτική προετοιμασία.
Αυτό ήταν το μεγάλο διακύβευμα του Ιουλίου του 2015. Όχι η τύχη μιας διαπραγμάτευσης ούτε η διάσωση μιας κυβέρνησης, αλλά η δυνατότητα το αυθόρμητο λαϊκό ρήγμα να αποκτήσει αυτοτελή πολιτική έκφραση και να μετατραπεί σε οργανωμένη δύναμη αμφισβήτησης της κυρίαρχης ηγεμονίας. Η δυνατότητα αυτή δεν αξιοποιήθηκε. Όχι επειδή ο λαός «εξαπατήθηκε», αλλά επειδή δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή συγκροτημένος πολιτικός φορέας ικανός να μετασχηματίσει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε ανεξάρτητο στρατηγικό σχέδιο. Έτσι, το «Όχι» εγκλωβίστηκε εκ νέου μέσα στα όρια της κυβερνητικής διαχείρισης και τελικά αφομοιώθηκε από το ίδιο το πολιτικό σύστημα που είχε αμφισβητήσει.
Έντεκα χρόνια μετά, το ουσιαστικό αποκρυστάλλωμα του δημοψηφίσματος δεν είναι ότι επιβεβαιώθηκαν όσοι προειδοποιούσαν για την κυβερνητική αναδίπλωση. Αυτό είναι το λιγότερο ενδιαφέρον συμπέρασμα. Η κρίσιμη εκβολή είναι ότι ακόμη και μέσα στις πιο βαθιές κρίσεις του καπιταλισμού, καμία λαϊκή κινητοποίηση δεν μετατρέπεται αυτόματα σε δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού.
Χωρίς αυτοτελή πολιτική συγκρότηση, χωρίς ιδεολογική ηγεμονία και χωρίς ανεξάρτητη έκφραση των εργατικών συμφερόντων, ακόμη και οι ισχυρότερες κοινωνικές εκρήξεις μπορούν να επιστρέψουν τελικά στους μηχανισμούς της κυρίαρχης διαχείρισης. Το «Όχι» δεν ανήκε ποτέ στην κυβέρνηση. Ανήκε στα κοινωνικά στρώματα που το παρήγαγαν και ακριβώς για αυτό παραμένει έωλο και ανολοκλήρωτο, υπερβαίνοντας εκείνους που προσωρινά το διαχειρίστηκαν και τώρα επιστρέφουν, ως κωμική επαναδιαπραγμάτευση της ατομικής τους, πολιτικής επιβίωσης.
