Η συγκρότηση του εχθρικού δημόσιου λόγου: Ο παρασιτικός αστικός λόγος στις περιπτώσεις των Προσφυγικών και της απεργίας πείνας του Χαντζή – Χρήστος Μιάμης-

Εισαγωγή

Ο δημόσιος λόγος δεν αποτελεί απλώς μέσο επικοινωνίας ή πεδίο ανταλλαγής επιχειρημάτων, αλλά συνιστά θεμελιώδη μηχανισμό συγκρότησης της κοινωνικής πραγματικότητας. Μέσα από τις γλωσσικές πρακτικές δεν περιγράφονται απλώς τα κοινωνικά φαινόμενα· αντιθέτως, ταξινομούνται, αξιολογούνται και αποκτούν συγκεκριμένο πολιτικό και ηθικό περιεχόμενο. Οι κυρίαρχες μορφές λόγου δεν αντανακλούν ουδέτερα την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά συμβάλλουν ενεργά στην παραγωγή της, καθορίζοντας ποια ζητήματα αναγνωρίζονται ως πολιτικά, ποια μετατρέπονται σε διοικητικά προβλήματα και ποια αποκλείονται συνολικά από τη δημόσια σφαίρα (Bourdieu, 1991· Habermas, 1996).

Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία κατά την εξέταση του εχθρικού δημόσιου λόγου που αναπτύσσεται απέναντι σε μορφές κοινωνικής αντίστασης. Συχνά ο λόγος αυτός παρουσιάζεται ως αυθόρμητη έκφραση της κοινής γνώμης ή ως απλή διαφοροποίηση πολιτικών απόψεων. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση παραβλέπει ότι οι τρόποι με τους οποίους οργανώνεται η δημόσια επιχειρηματολογία δεν αποτελούν ατομικές επινοήσεις, αλλά προϊόντα ευρύτερων ιδεολογικών και πολιτισμικών μηχανισμών. Οι ίδιες ερμηνευτικές δομές, οι ίδιες αξιολογικές κατηγορίες και οι ίδιες μορφές επιχειρηματολογίας επανεμφανίζονται με αξιοσημείωτη κανονικότητα σε διαφορετικά κοινωνικά και πολιτικά συγκείμενα, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη βαθύτερων μηχανισμών αναπαραγωγής του λόγου.

Στην παρούσα μελέτη προτείνεται η χρήση του όρου «παρασιτικός αστικός λόγος» ως αναλυτικής κατηγορίας για την περιγραφή εκείνων των μορφών δημόσιας επιχειρηματολογίας που δεν παράγουν αυτόνομες ερμηνευτικές κατηγορίες, αλλά αναπαράγουν ήδη κυρίαρχες ιδεολογικές κατασκευές μέσω της αποπολιτικοποίησης, της ηθικοποίησης, της εννοιολογικής απλούστευσης και της φυσικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων. Ο χαρακτηρισμός «παρασιτικός» δεν χρησιμοποιείται αξιολογικά, αλλά περιγραφικά, προκειμένου να αποδώσει τη λειτουργία ενός λόγου ο οποίος επιβιώνει όχι μέσω της παραγωγής νέας γνώσης, αλλά μέσω της ιδιοποίησης και αναπαραγωγής προϋπαρχόντων ερμηνευτικών σχημάτων. Η ισχύς του δεν προκύπτει από τη θεωρητική του συνοχή, αλλά από την ικανότητά του να παρουσιάζει ιστορικά προσδιορισμένες αντιλήψεις ως φυσικές, ουδέτερες και αυτονόητες (Bourdieu, 1991).

Υπό αυτή την οπτική, η ένδεια του μέσου δημόσιου λόγου δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως συνέπεια ατομικής γνωστικής ανεπάρκειας ή περιορισμένης παιδείας. Αντίθετα, αποτελεί κοινωνικό αποτέλεσμα της διαρκούς αναπαραγωγής αυτού του παρασιτικού λόγου. Ο μέσος δημόσιος λόγος δεν συγκροτεί αυτόνομα τις έννοιές του ούτε παράγει νέες αναλυτικές κατηγορίες. Αναπαράγει, κυρίως μέσω της μίμησης, τις ήδη εγκαθιδρυμένες μορφές ερμηνείας της πραγματικότητας, οι οποίες κυκλοφορούν ως «κοινή λογική». Η διαδικασία αυτή οδηγεί στην υποκατάσταση της εννοιολογικής σκέψης από στερεοτυπικές βεβαιότητες, στην αντικατάσταση της κοινωνικής ανάλυσης από ηθικές κρίσεις και στη μετατροπή σύνθετων πολιτικών συγκρούσεων σε απλοϊκά διοικητικά ή νομικά προβλήματα.

Οι περιπτώσεις των Προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας και της απεργίας πείνας του Χαντζή αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της διαδικασίας. Παρά τη διαφορετική ιστορική τους αφετηρία, αντιμετωπίστηκαν μέσα από σχεδόν πανομοιότυπα ερμηνευτικά σχήματα. Στην πρώτη περίπτωση, ένας ιστορικός τόπος συλλογικής μνήμης, κατοίκησης και κοινωνικών αγώνων αναπαραστάθηκε σχεδόν αποκλειστικά ως πρόβλημα παράνομης κατοχής δημόσιας περιουσίας. Στη δεύτερη, μια μορφή πολιτικής δράσης με μακρά ιστορική παρουσία στις κοινωνικές συγκρούσεις παρουσιάστηκε ως ιδιωτική επιλογή, ατομικός εκβιασμός ή ψυχολογική πίεση προς την κοινωνία. Και στις δύο περιπτώσεις, το πολιτικό περιεχόμενο των γεγονότων εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από μια στενά κανονιστική και ηθικολογική ανάγνωση.

Η ομοιότητα αυτή δεν είναι συμπτωματική. Αντίθετα, καταδεικνύει ότι ο εχθρικός δημόσιος λόγος συγκροτείται μέσω επαναλαμβανόμενων μηχανισμών, οι οποίοι λειτουργούν ανεξάρτητα από το επιμέρους αντικείμενο της αντιπαράθεσης. Ο παρασιτικός αστικός λόγος δεν ενδιαφέρεται για τις ιστορικές ιδιαιτερότητες κάθε κοινωνικής σύγκρουσης· επιδιώκει να τις εντάξει όλες σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό σχήμα, όπου η κοινωνική αντίσταση μετατρέπεται σε διοικητική δυσλειτουργία, η πολιτική σύγκρουση σε ηθικό πρόβλημα και η συλλογική διεκδίκηση σε ατομική παρέκκλιση. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η πολιτική απογυμνώνεται από τον συγκρουσιακό της χαρακτήρα και αναπαρίσταται ως ουδέτερη εφαρμογή προκαθορισμένων κανόνων, ενώ κάθε μορφή αμφισβήτησης παρουσιάζεται ως απόκλιση από μια υποτιθέμενη φυσική και αυτονόητη κοινωνική τάξη (Habermas, 1996· Mouffe, 2000).

Ο εχθρικός δημόσιος λόγος ως μηχανισμός αποπολιτικοποίησης

Η κυριότερη λειτουργία του εχθρικού δημόσιου λόγου δεν είναι η διατύπωση αντίθετων πολιτικών θέσεων, αλλά η συστηματική αποδυνάμωση της ίδιας της πολιτικής διάστασης των κοινωνικών φαινομένων. Η αποπολιτικοποίηση δεν συνίσταται στην απλή αποσιώπηση ορισμένων πτυχών της πραγματικότητας· αποτελεί μια διαδικασία ανασυγκρότησης του νοήματος, μέσω της οποίας οι κοινωνικές συγκρούσεις αποσπώνται από τις ιστορικές, οικονομικές και θεσμικές τους συνθήκες και επανεμφανίζονται ως τεχνικά, διοικητικά ή ηθικά ζητήματα. Η διαδικασία αυτή μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τις σχέσεις εξουσίας που παράγουν μια κοινωνική σύγκρουση προς την τυπική συμμόρφωση ή μη των δρώντων υποκειμένων με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο, καθιστώντας την πολιτική αντιπαράθεση αντικείμενο διοικητικής διαχείρισης και όχι δημόσιας διαβούλευσης (Habermas, 1996· Mouffe, 2000).

Η αποπολιτικοποίηση δεν εμφανίζεται ως ουδέτερη μεθοδολογική επιλογή, αλλά ως βασικός μηχανισμός ιδεολογικής αναπαραγωγής. Όταν η πολιτική περιορίζεται στην εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων, οι κανόνες αυτοί παύουν να αντιμετωπίζονται ως ιστορικά και κοινωνικά παραγόμενοι και εμφανίζονται ως φυσικά δεδομένα. Με τον τρόπο αυτό αποκρύπτεται ότι κάθε κανονιστικό σύστημα αποτελεί προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών συσχετισμών δύναμης, οι οποίοι μπορούν να μετασχηματιστούν μέσα από νέες μορφές συλλογικής διεκδίκησης. Η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται έτσι από το ερώτημα της δικαιοσύνης ή της πολιτικής νομιμοποίησης στο ερώτημα της συμμόρφωσης προς την ήδη εγκαθιδρυμένη θεσμική τάξη (Habermas, 1996).

Η λειτουργία αυτή καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής στον εχθρικό λόγο που αναπτύχθηκε απέναντι στα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Στο μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου λόγου, τα Προσφυγικά αναπαρίστανται σχεδόν αποκλειστικά ως παράνομα κατεχόμενα κτίρια ή ως δημόσια περιουσία που δεν αξιοποιείται σύμφωνα με τις αποφάσεις της διοίκησης. Η συγκεκριμένη αναπαράσταση, ωστόσο, επιτυγχάνεται μόνο μέσω της συστηματικής αφαίρεσης όλων εκείνων των κοινωνικών και ιστορικών στοιχείων που συγκροτούν το ίδιο το αντικείμενο της σύγκρουσης. Ο χώρος αποσπάται από την ιστορία της μικρασιατικής προσφυγιάς, από τη σημασία του ως μνημείου της κοινωνικής κατοικίας, από τη σύνδεσή του με τις διαδικασίες αστικής αναδιάρθρωσης και από τη μακρόχρονη λειτουργία του ως τόπου συλλογικής οργάνωσης και κοινωνικής αλληλεγγύης. Η ιστορική και κοινωνική πολυπλοκότητα αντικαθίσταται από μια μονοδιάστατη κατηγορία ιδιοκτησιακής διαχείρισης.

Η μετατόπιση αυτή δεν αποτελεί απλή ερμηνευτική επιλογή. Αντιθέτως, αναδιοργανώνει πλήρως το αντικείμενο της δημόσιας συζήτησης. Όταν ο δημόσιος χώρος αναγνωρίζεται αποκλειστικά ως αντικείμενο κυριότητας, εξαφανίζεται η δυνατότητα να νοηθεί ως πεδίο παραγωγής κοινωνικών σχέσεων, συλλογικής μνήμης και πολιτικής συμμετοχής. Η κοινωνική χρήση του χώρου παύει να αποτελεί πολιτικό ερώτημα και υποκαθίσταται από το ζήτημα της διοικητικής του αξιοποίησης. Έτσι, η ίδια η έννοια του δημόσιου χώρου περιορίζεται στη νομική της διάσταση, ενώ η ιστορική και κοινωνική της συγκρότηση καθίσταται αόρατη. Η διαδικασία αυτή συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγμοποίησης, δηλαδή μετατροπής σύνθετων κοινωνικών σχέσεων σε τεχνικά αντικείμενα διαχείρισης (Lefebvre, 1996· Harvey, 2008).

Η ίδια λογική αναπαράγεται και στον λόγο που αναπτύχθηκε απέναντι στην απεργία πείνας του Χαντζή. Αντί να εξετάζεται ως ιδιαίτερο ρεπερτόριο πολιτικής δράσης, μέσω του οποίου το σώμα μετατρέπεται σε μέσο δημόσιας διεκδίκησης όταν οι θεσμικές οδοί εκπροσώπησης αποδεικνύονται ανεπαρκείς, η απεργία πείνας αναπαρίσταται ως προσωπική απόφαση ή ως ιδιωτική στρατηγική πίεσης προς το κράτος. Με τον τρόπο αυτό εξαφανίζεται ο πολιτικός χαρακτήρας της πράξης και στη θέση του εμφανίζεται μια ψυχολογικοποιημένη αφήγηση, η οποία επικεντρώνεται στα υποτιθέμενα κίνητρα του υποκειμένου και όχι στις κοινωνικές σχέσεις που συγκροτούν τη συγκεκριμένη μορφή αγώνα (Biggs, 2018· Tilly & Tarrow, 2015).

Η μετατροπή μιας μορφής πολιτικής δράσης σε ατομική επιλογή δεν είναι θεωρητικά αθώα. Όταν το ενδιαφέρον μετατίθεται από τις δομές εξουσίας προς τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του δρώντος υποκειμένου, η ίδια η κοινωνική σύγκρουση εξαφανίζεται ως αντικείμενο ανάλυσης. Η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε αξιολόγηση προσωπικών κινήτρων, ενώ οι θεσμικές και κοινωνικές συνθήκες που παράγουν τη διαμαρτυρία παραμένουν εκτός του πεδίου της δημόσιας συζήτησης. Έτσι, η απεργία πείνας δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μορφή συλλογικής πολιτικής επικοινωνίας αλλά ως ιδιωτική συμπεριφορά, η οποία μπορεί να εγκριθεί ή να απορριφθεί με βάση ηθικά ή ψυχολογικά κριτήρια.

Η συγκεκριμένη διαδικασία αναδεικνύει μια βαθύτερη λειτουργία του παρασιτικού αστικού λόγου. Ο λόγος αυτός δεν επιχειρεί να ανασκευάσει τα αιτήματα των κοινωνικών κινητοποιήσεων μέσω αντιπαράθεσης επιχειρημάτων. Αντιθέτως, μετασχηματίζει το ίδιο το αντικείμενο της συζήτησης, έτσι ώστε τα πολιτικά ερωτήματα να παύουν να εμφανίζονται ως πολιτικά. Η κοινωνική κατοικία μετατρέπεται σε πρόβλημα ιδιοκτησίας, η ιστορική μνήμη σε ζήτημα διαχειριστικής αξιοποίησης, η πολιτική ανυπακοή σε ατομική παραβατικότητα και η απεργία πείνας σε ιδιωτική επιλογή. Με αυτόν τον τρόπο, η δημόσια επιχειρηματολογία δεν οδηγείται απλώς σε διαφορετικά συμπεράσματα· στερείται εξαρχής των εννοιολογικών εργαλείων που θα της επέτρεπαν να συλλάβει τις συγκρούσεις ως πολιτικά φαινόμενα.

Η αποτελεσματικότητα αυτής της διαδικασίας οφείλεται ακριβώς στη φυσικοποίηση των κατηγοριών που χρησιμοποιεί. Ο παρασιτικός αστικός λόγος δεν εμφανίζεται ως μία από τις δυνατές ερμηνείες της πραγματικότητας, αλλά ως η ίδια η πραγματικότητα. Οι κατηγορίες του παρουσιάζονται ως αυτονόητες και ουδέτερες, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ιστορικά διαμορφωμένες μορφές συμβολικής εξουσίας. Ακριβώς γι’ αυτό η αναπαραγωγή του δεν προϋποθέτει θεωρητική επεξεργασία από τα κοινωνικά υποκείμενα. Αρκεί η μίμησή του. Μέσω της καθημερινής επανάληψης, οι κατηγορίες αυτές αποκτούν τον χαρακτήρα της κοινής λογικής και παύουν να αναγνωρίζονται ως προϊόντα συγκεκριμένων σχέσεων ισχύος. Η ένδεια του μέσου δημόσιου λόγου δεν συνίσταται επομένως στην έλλειψη πληροφοριών, αλλά στην αδυναμία υπέρβασης αυτών των φυσικοποιημένων ερμηνευτικών σχημάτων, τα οποία αναπαράγονται ως αυτονόητες αλήθειες και λειτουργούν ως βασικός μηχανισμός ιδεολογικής σταθεροποίησης της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης (Bourdieu, 1991).

Η ηθικοποίηση της πολιτικής σύγκρουσης και η σύγχυση μεταξύ νομιμότητας και νομιμοποίησης

Η αποπολιτικοποίηση των κοινωνικών συγκρούσεων δεν λειτουργεί απομονωμένα. Για να καταστεί αποτελεσματική, συνοδεύεται από μια δεύτερη διαδικασία, εξίσου καθοριστική για τη συγκρότηση του εχθρικού δημόσιου λόγου: την ηθικοποίηση της πολιτικής. Η μετατόπιση αυτή συνίσταται στην αντικατάσταση της κοινωνικής και πολιτικής ερμηνείας από την ηθική αξιολόγηση των υποκειμένων που συμμετέχουν στη σύγκρουση. Το ενδιαφέρον παύει να εστιάζει στις δομές εξουσίας, στις κοινωνικές αντιθέσεις ή στις ιστορικές συνθήκες που παράγουν μια μορφή διεκδίκησης και μεταφέρεται στα υποτιθέμενα κίνητρα, στις προθέσεις ή στον ηθικό χαρακτήρα των δρώντων. Η πολιτική αντιπαράθεση μετασχηματίζεται, επομένως, σε πεδίο ατομικής ηθικής κρίσης, ενώ οι συλλογικές σχέσεις που συγκροτούν το αντικείμενό της εξαφανίζονται από την ανάλυση (Mouffe, 2000).

Η λειτουργία αυτή αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του παρασιτικού αστικού λόγου, καθώς επιτρέπει την αντικατάσταση της κοινωνικής ερμηνείας από την ψυχολογικοποίηση της πολιτικής. Όταν η εγκυρότητα μιας διεκδίκησης εξαρτάται αποκλειστικά από την ηθική αξιολόγηση των υποκειμένων που την εκφράζουν, η πολιτική παύει να οργανώνεται γύρω από συγκρούσεις κοινωνικών συμφερόντων και μετατρέπεται σε διαδικασία κατανομής ηθικής αποδοχής ή απαξίωσης. Η μετάβαση αυτή δεν είναι απλώς ρητορική. Μετασχηματίζει τις ίδιες τις προϋποθέσεις της δημόσιας επιχειρηματολογίας, διότι αποσυνδέει τα κοινωνικά φαινόμενα από τις αντικειμενικές τους συνθήκες και τα υπάγει στην υποκειμενική αξιολόγηση των προθέσεων των εμπλεκομένων.

Η συγκεκριμένη διαδικασία αναδεικνύεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στον εχθρικό λόγο που διαμορφώθηκε απέναντι στην απεργία πείνας του Χαντζή. Η δημόσια αντιπαράθεση σπάνια επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της διεκδίκησης ή στις κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύχθηκε η συγκεκριμένη μορφή αγώνα. Αντίθετα, το ενδιαφέρον μεταφέρθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην αξιολόγηση του ίδιου του προσώπου και των κινήτρων του. Η απεργία πείνας παρουσιάστηκε ως αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής, ως μορφή ιδιοτέλειας ή ακόμη και ως απόπειρα συναισθηματικής πίεσης προς την κοινωνία και τους θεσμούς. Με αυτόν τον τρόπο, το πολιτικό περιεχόμενο της πράξης υποχώρησε πλήρως και αντικαταστάθηκε από μια αφήγηση η οποία ερμήνευε το κοινωνικό φαινόμενο μέσα από την ηθική αξιολόγηση του φορέα του.

Η ερμηνευτική αυτή μετατόπιση παραγνωρίζει ότι η απεργία πείνας αποτελεί ιστορικά αναγνωρίσιμο ρεπερτόριο συλλογικής δράσης, το οποίο εμφανίζεται ακριβώς όταν οι θεσμικές μορφές εκπροσώπησης αδυνατούν να απορροφήσουν συγκεκριμένες κοινωνικές διεκδικήσεις. Η πολιτική σημασία της δεν απορρέει από την ηθική ποιότητα του υποκειμένου ούτε από την αξιολογική ιεράρχηση του αιτήματος, αλλά από τη δυνατότητά της να μετασχηματίζει την ατομική βιολογική ευαλωτότητα σε αντικείμενο δημόσιας πολιτικής αντιπαράθεσης (Biggs, 2018· Tarrow, 2011). Η αναγωγή της, επομένως, σε ατομική συμπεριφορά δεν αποτελεί διαφορετική θεωρητική προσέγγιση, αλλά διαδικασία αποδιάρθρωσης του ίδιου του αντικειμένου της ανάλυσης.

Ανάλογη λειτουργία επιτελεί και ο εχθρικός λόγος απέναντι στα Προσφυγικά. Αντί να αντιμετωπίζονται ως πεδίο κοινωνικών ανταγωνισμών γύρω από την κατοικία, τη χρήση του αστικού χώρου και τη συλλογική μνήμη, παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα της βούλησης συγκεκριμένων ατόμων που δήθεν επιδιώκουν να παραβιάσουν τη νομιμότητα ή να εξυπηρετήσουν ιδιοτελείς σκοπούς. Η κοινωνική σύγκρουση μετατρέπεται έτσι σε πρόβλημα χαρακτήρων και προθέσεων. Η συλλογική δράση αποσυνδέεται από τις κοινωνικές της προϋποθέσεις και ανάγεται στις ψυχολογικές ιδιότητες όσων συμμετέχουν σε αυτήν. Πρόκειται για χαρακτηριστική μορφή εξατομίκευσης της πολιτικής, μέσω της οποίας οι κοινωνικές σχέσεις παύουν να αποτελούν αντικείμενο ανάλυσης και αντικαθίστανται από αφηγήσεις περί προσωπικής ευθύνης και ηθικής ποιότητας.

Η ηθικοποίηση της πολιτικής συνοδεύεται από μια ακόμη θεμελιώδη εννοιολογική σύγχυση: την ταύτιση της νομιμότητας με τη νομιμοποίηση. Στον εχθρικό δημόσιο λόγο, η ύπαρξη ενός θεσμικού κανόνα αντιμετωπίζεται ως επαρκής λόγος για την πολιτική απονομιμοποίηση κάθε μορφής κοινωνικής αμφισβήτησης. Η συλλογιστική αυτή προϋποθέτει ότι η ισχύς του δικαίου συμπίπτει πάντοτε με τη δημοκρατική του αποδοχή, σαν οι θεσμοί να συγκροτούνται ανεξάρτητα από τις ιστορικές και κοινωνικές συγκρούσεις που τους παράγουν. Ωστόσο, η διάκριση ανάμεσα στην τυπική εγκυρότητα ενός κανόνα και στη δημοκρατική του νομιμοποίηση αποτελεί θεμελιώδη κατάκτηση της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας (Habermas, 1996).

Η παράβλεψη αυτής της διάκρισης οδηγεί σε μια εξαιρετικά περιορισμένη αντίληψη της δημοκρατίας. Η πολιτική εμφανίζεται ως απλή εφαρμογή των ήδη υφιστάμενων κανόνων, ενώ κάθε μορφή κοινωνικής αμφισβήτησης αντιμετωπίζεται ως εξ ορισμού προβληματική. Η ιστορική εμπειρία, ωστόσο, καταδεικνύει ότι σημαντικές δημοκρατικές και κοινωνικές κατακτήσεις προέκυψαν μέσα από συγκρούσεις που αμφισβήτησαν την ισχύοντα κανονιστική τάξη και διεκδίκησαν τον μετασχηματισμό της. Επομένως, η ύπαρξη μιας νομικής ρύθμισης δεν μπορεί να λειτουργεί ως αυτάρκης απάντηση σε πολιτικά ερωτήματα, διότι η ίδια η νομιμότητα αποτελεί αντικείμενο δημοκρατικής διαπραγμάτευσης και όχι υπεριστορική κατηγορία (Rosanvallon, 2008).

Στην περίπτωση των Προσφυγικών, η σύγχυση αυτή εκδηλώνεται όταν η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στην επίκληση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των κτιρίων, αποκλείοντας κάθε αναφορά στη συλλογική μνήμη, στην κοινωνική κατοικία, στη χρήση του αστικού χώρου ή στις διαδικασίες αστικού μετασχηματισμού. Αντίστοιχα, στην περίπτωση της απεργίας πείνας, η επίκληση της τήρησης των σωφρονιστικών κανόνων χρησιμοποιείται ως επαρκής λόγος για την απόρριψη κάθε πολιτικής συζήτησης σχετικά με τα αιτήματα, τις συνθήκες ή τις σχέσεις εξουσίας που συγκροτούν τη συγκεκριμένη μορφή διαμαρτυρίας. Και στις δύο περιπτώσεις, η επίκληση της νομιμότητας δεν λειτουργεί ως αφετηρία διαλόγου αλλά ως μηχανισμός αναστολής του.

Ο παρασιτικός αστικός λόγος αντλεί ακριβώς από αυτή τη σύγχυση τη μεγαλύτερη συμβολική του ισχύ. Μετατρέποντας την κανονιστική ισχύ των θεσμών σε μοναδικό κριτήριο πολιτικής εγκυρότητας, παρουσιάζει την υπάρχουσα κοινωνική τάξη ως φυσική και αδιαμφισβήτητη. Έτσι, η πολιτική σύγκρουση απογυμνώνεται από τον ιστορικό της χαρακτήρα και εμφανίζεται ως αδικαιολόγητη παρέκκλιση από μια υποτιθέμενη ουδέτερη κανονικότητα. Η αναπαραγωγή αυτής της λογικής στον μέσο δημόσιο λόγο δεν αποτελεί απλώς ένδειξη θεωρητικής αδυναμίας· συνιστά τον κατεξοχήν μηχανισμό μέσω του οποίου η ιδεολογία μετασχηματίζεται σε κοινή λογική και η κοινή λογική σε αυτονόητη πολιτική αλήθεια (Bourdieu, 1991).

Οι τεχνικές συγκρότησης του εχθρικού δημόσιου λόγου: από την εννοιολογική αποδιάρθρωση στη φυσικοποίηση της κυρίαρχης τάξης

Η ανάλυση των προηγούμενων ενοτήτων καθιστά σαφές ότι ο εχθρικός δημόσιος λόγος δεν συγκροτείται μέσα από μεμονωμένα λογικά σφάλματα ή από την ελλιπή γνώση των κοινωνικών φαινομένων. Αντιθέτως, οργανώνεται μέσω ενός συνεκτικού συνόλου ρητορικών και εννοιολογικών τεχνικών, οι οποίες επιτρέπουν την αναπαραγωγή του παρασιτικού αστικού λόγου ως κυρίαρχης μορφής ερμηνείας της πραγματικότητας. Οι τεχνικές αυτές δεν λειτουργούν αποσπασματικά, αλλά συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα παραγωγής νοήματος, μέσω του οποίου η κοινωνική σύγκρουση μετατρέπεται σε ηθικό, διοικητικό ή ατομικό πρόβλημα. Η κοινή τους συνισταμένη είναι η σταδιακή εξάλειψη της ιστορικότητας και της κοινωνικότητας των φαινομένων, γεγονός που οδηγεί στην παρουσίασή τους ως φυσικών, αναπόφευκτων ή αυτονόητων καταστάσεων (Bourdieu, 1991).

Μία από τις βασικότερες τεχνικές αυτού του λόγου είναι η εννοιολογική σύγχυση, δηλαδή η συστηματική κατάργηση των διακρίσεων μεταξύ διαφορετικών θεωρητικών κατηγοριών. Η δημόσια περιουσία εξομοιώνεται με την ιδιωτική ιδιοκτησία, η τυπική νομιμότητα ταυτίζεται με τη δημοκρατική νομιμοποίηση, η περιγραφή ενός κοινωνικού φαινομένου συγχέεται με την κανονιστική επιδοκιμασία του και η ερμηνεία μιας μορφής πολιτικής δράσης αντιμετωπίζεται ως δήλωση ιδεολογικής ταύτισης με αυτήν. Η αποδιάρθρωση αυτή δεν αποτελεί απλή θεωρητική αδυναμία. Αντίθετα, καθιστά αδύνατη την ίδια τη συγκρότηση του αντικειμένου της ανάλυσης, καθώς καταργεί τις αναγκαίες εννοιολογικές προϋποθέσεις κάθε επιστημονικής συζήτησης. Όταν διαφορετικές κατηγορίες αντιμετωπίζονται ως ταυτόσημες, η επιχειρηματολογία παύει να οργανώνεται γύρω από έννοιες και μετατρέπεται σε αλληλουχία αυτονόητων βεβαιοτήτων (Copi et al., 2019).

Η τεχνική αυτή είναι εμφανής τόσο στον λόγο που αρθρώθηκε απέναντι στα Προσφυγικά όσο και σε εκείνον που αναπτύχθηκε απέναντι στην απεργία πείνας του Χαντζή. Στην πρώτη περίπτωση, η κοινωνική χρήση ενός ιστορικού χώρου ταυτίζεται πλήρως με το ιδιοκτησιακό του καθεστώς, ενώ στη δεύτερη η πολιτική σημασία της απεργίας πείνας απορροφάται από την αξιολόγηση της τυπικής νομιμότητας της πράξης ή του υποκειμένου που την πραγματοποιεί. Έτσι, διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο, αλλά θεωρητικά ασυνεπές, ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο καθιστά αδύνατη την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων που συγκροτούν το ίδιο το αντικείμενο της σύγκρουσης.

Εξίσου καθοριστική είναι η αποϊστορικοποίηση των κοινωνικών φαινομένων. Ο παρασιτικός αστικός λόγος αντιμετωπίζει τα κοινωνικά αντικείμενα σαν να υπάρχουν ανεξάρτητα από τη διαδικασία ιστορικής τους συγκρότησης. Τα Προσφυγικά παρουσιάζονται ως απλά κτίρια προς διοικητική αξιοποίηση, αποκομμένα από τη σχέση τους με τη μικρασιατική προσφυγιά, την κοινωνική κατοικία, τις μεταπολεμικές πολιτικές στέγασης και τις σύγχρονες διαδικασίες αστικού μετασχηματισμού. Αντίστοιχα, η απεργία πείνας παρουσιάζεται ως μεμονωμένη προσωπική επιλογή, αποσυνδεδεμένη από τη μακρά ιστορία της ως μορφής πολιτικής διαμαρτυρίας. Μέσω αυτής της αποϊστορικοποίησης, τα κοινωνικά φαινόμενα απογυμνώνονται από τις συνθήκες που τα καθιστούν κατανοητά και εμφανίζονται ως απομονωμένα γεγονότα χωρίς κοινωνικό βάθος (Lefebvre, 1996· Biggs, 2018).

Παράλληλα, ο εχθρικός δημόσιος λόγος αξιοποιεί συστηματικά την κατασκευή ψευδών διλημμάτων. Η τεχνική αυτή παρουσιάζει σύνθετα πολιτικά προβλήματα ως αναγκαστική επιλογή μεταξύ δύο αμοιβαία αποκλειόμενων εναλλακτικών. Στην περίπτωση των Προσφυγικών, η δημόσια συζήτηση συχνά μετατοπίζεται από το ζήτημα της κοινωνικής κατοικίας και της ιστορικής μνήμης σε ένα κατασκευασμένο δίλημμα μεταξύ της διατήρησης του χώρου και της κάλυψης άλλων κοινωνικών αναγκών, όπως οι φοιτητικές εστίες ή οι δομές φιλοξενίας ευάλωτων πληθυσμών. Με τον τρόπο αυτό αποκρύπτεται ότι τα ζητήματα αυτά δεν βρίσκονται σε αναγκαστική σύγκρουση, αλλά αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας κοινωνικής πολιτικής. Η αντιπαράθεση μετατοπίζεται από τη δομή της κατανομής των κοινωνικών πόρων στον ανταγωνισμό μεταξύ κοινωνικών ομάδων που αντιμετωπίζουν ήδη συνθήκες επισφάλειας. Πρόκειται για έναν ιδεολογικό μηχανισμό που αποδυναμώνει την κοινωνική αλληλεγγύη, ανακατευθύνοντας τη δημόσια δυσαρέσκεια προς τα ίδια τα κοινωνικά υποκείμενα αντί προς τις πολιτικές που παράγουν τις ανισότητες (Harvey, 2008).

Αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της διαδικασίας είναι και η ψυχολογικοποίηση της πολιτικής, δηλαδή η μετάβαση από την ανάλυση των κοινωνικών σχέσεων στην απονομή κινήτρων στα δρώντα υποκείμενα. Στο πλαίσιο αυτό, οι συλλογικές μορφές δράσης δεν αντιμετωπίζονται ως εκφράσεις κοινωνικών ανταγωνισμών αλλά ως συνέπειες προσωπικών φιλοδοξιών, ιδιοτέλειας ή συναισθηματικών παρορμήσεων. Η απεργία πείνας του Χαντζή, για παράδειγμα, αποσπάται από το πολιτικό της περιεχόμενο και ερμηνεύεται μέσω υποθέσεων για τις προσωπικές του επιδιώξεις. Με τον ίδιο τρόπο, η υπεράσπιση των Προσφυγικών αποδίδεται σε ιδιοτελή συμφέροντα ή σε ατομικές εμμονές, αντί να αναγνωρίζεται ως έκφραση μιας ευρύτερης σύγκρουσης γύρω από την κατοικία, τη μνήμη και τον δημόσιο χώρο. Η ψυχολογικοποίηση αυτή καταργεί τη δυνατότητα κοινωνικής ερμηνείας, καθώς μεταφέρει το αντικείμενο της ανάλυσης από τις δομές στις προθέσεις και από τις σχέσεις εξουσίας στις προσωπικότητες των δρώντων.

Οι τεχνικές αυτές αποκτούν ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα επειδή δεν εμφανίζονται ως ιδεολογικές επιλογές αλλά ως αυτονόητες μορφές της κοινής λογικής. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η παρασιτική λειτουργία του αστικού λόγου. Η ισχύς του δεν προκύπτει από την ανάπτυξη συνεκτικής θεωρίας ούτε από την εμπειρική επαλήθευση των ισχυρισμών του, αλλά από την ικανότητά του να μετατρέπει ιστορικά προσδιορισμένες κατηγορίες σε φυσικές ιδιότητες της κοινωνικής πραγματικότητας. Όταν η νομιμότητα εμφανίζεται ως μοναδικό κριτήριο πολιτικής ορθότητας, όταν η ιδιοκτησία παρουσιάζεται ως αυτονόητη υπέρτατη αξία ή όταν η συλλογική δράση ερμηνεύεται αποκλειστικά μέσω των κινήτρων των υποκειμένων, δεν έχουμε πλέον μια ουδέτερη περιγραφή της πραγματικότητας αλλά την πλήρη φυσικοποίηση ενός συγκεκριμένου ιδεολογικού πλαισίου (Bourdieu, 1991).

Ακριβώς γι’ αυτό η ένδεια του μέσου δημόσιου λόγου δεν μπορεί να αποδοθεί σε ατομική άγνοια ή σε περιορισμένες γνωστικές ικανότητες. Η αναπαραγωγή των παραπάνω ερμηνευτικών σχημάτων αποτελεί προϊόν κοινωνικής μάθησης, μέσα από την οποία οι κυρίαρχες κατηγορίες σκέψης εσωτερικεύονται ως αυτονόητες μορφές κατανόησης της πραγματικότητας. Ο μέσος δημόσιος λόγος δεν δημιουργεί αυτές τις κατηγορίες· τις αναπαράγει. Η ένδεια του συνίσταται ακριβώς στην αδυναμία υπέρβασης των ορίων που θέτει ο παρασιτικός αστικός λόγος, ο οποίος μετατρέπει την ιστορική και πολιτική σχετικότητα των κοινωνικών σχέσεων σε φαινομενικά φυσικές και αδιαμφισβήτητες αλήθειες.

Συμπεράσματα

Η ανάλυση του εχθρικού δημόσιου λόγου που αναπτύχθηκε απέναντι στα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας και στην απεργία πείνας του Χαντζή καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για δύο μεμονωμένες περιπτώσεις δημόσιας διαφωνίας, αλλά για εκδηλώσεις ενός ευρύτερου μηχανισμού ιδεολογικής αναπαραγωγής. Ο λόγος αυτός δεν συγκροτείται ως αυτόνομη πολιτική επιχειρηματολογία, αλλά ως αναπαραγωγή ενός παρασιτικού αστικού λόγου, ο οποίος λειτουργεί μέσω της αποπολιτικοποίησης, της ηθικοποίησης, της αποϊστορικοποίησης, της ψυχολογικοποίησης και της εννοιολογικής απλούστευσης των κοινωνικών φαινομένων. Η ιδιαίτερη αποτελεσματικότητά του δεν έγκειται στην αναλυτική του επάρκεια, αλλά στην ικανότητά του να παρουσιάζει ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένες κατηγορίες ως φυσικές, ουδέτερες και αυτονόητες μορφές κατανόησης της πραγματικότητας (Bourdieu, 1991).

Η περίπτωση των Προσφυγικών ανέδειξε με ιδιαίτερη σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο ο παρασιτικός αστικός λόγος αποσπά έναν ιστορικό χώρο από τις κοινωνικές και πολιτικές του διαστάσεις και τον ανασυγκροτεί ως απλό αντικείμενο διαχειριστικής κυριότητας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η συλλογική μνήμη, η κοινωνική κατοικία, οι διαδικασίες αστικής αναδιάρθρωσης και οι μορφές κοινωνικής οργάνωσης εξαφανίζονται από τη δημόσια συζήτηση, ενώ στη θέση τους κυριαρχεί μια στενή αντίληψη περί διοικητικής νομιμότητας. Αντίστοιχα, η απεργία πείνας του Χαντζή απογυμνώθηκε από τον χαρακτήρα της ως μορφής πολιτικής δράσης και αντιμετωπίστηκε κυρίως ως ατομική επιλογή, ιδιωτική συμπεριφορά ή μέσο άσκησης συναισθηματικής πίεσης. Και στις δύο περιπτώσεις, η πολιτική διάσταση των γεγονότων υποχώρησε υπέρ μιας ηθικολογικής ή τεχνικής ανάγνωσης, η οποία κατέστησε αδύνατη την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων που τα συγκροτούσαν (Biggs, 2018· Lefebvre, 1996).

Η κοινή δομή των δύο αυτών περιπτώσεων επιβεβαιώνει ότι ο εχθρικός δημόσιος λόγος δεν οργανώνεται γύρω από το ιδιαίτερο περιεχόμενο κάθε κοινωνικής σύγκρουσης, αλλά γύρω από έναν σταθερό τρόπο παραγωγής νοήματος. Η αποπολιτικοποίηση, η ηθικοποίηση, η κατασκευή ψευδών διλημμάτων, η σύγχυση μεταξύ νομιμότητας και νομιμοποίησης, η ψυχολογικοποίηση των κοινωνικών υποκειμένων και η αποϊστορικοποίηση των κοινωνικών φαινομένων συγκροτούν ένα συνεκτικό σύστημα ερμηνείας, το οποίο μετασχηματίζει τη σύγκρουση σε παρέκκλιση και τη διεκδίκηση σε πρόβλημα προς διοικητική διαχείριση. Η λειτουργία του δεν εξαντλείται στην απονομιμοποίηση συγκεκριμένων κινητοποιήσεων, αλλά συμβάλλει στη σταθεροποίηση μιας αντίληψης της πολιτικής, σύμφωνα με την οποία η κοινωνική τάξη εμφανίζεται ως φυσική κατάσταση και όχι ως ιστορικά παραγόμενο αποτέλεσμα κοινωνικών ανταγωνισμών (Habermas, 1996· Mouffe, 2000).

Η σημασία της παραπάνω διαπίστωσης υπερβαίνει τις δύο υπό εξέταση περιπτώσεις. Ο εχθρικός δημόσιος λόγος δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου αναπαράγονται οι κυρίαρχες μορφές συμβολικής εξουσίας. Η αποδοχή του ως «κοινής λογικής» συνεπάγεται την αποδοχή ενός περιορισμένου τρόπου κατανόησης της δημοκρατίας, στον οποίο η πολιτική ταυτίζεται με τη διοίκηση, η νομιμότητα απορροφά τη νομιμοποίηση και η κοινωνική συμμετοχή περιορίζεται στην περιοδική εκλογική επικύρωση της κρατικής εξουσίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ίδια η δυνατότητα της δημοκρατικής αμφισβήτησης αποδυναμώνεται, καθώς οι μορφές συλλογικής δράσης παρουσιάζονται όχι ως συστατικά στοιχεία της δημοκρατικής ζωής, αλλά ως αποκλίσεις από μια υποτιθέμενη ουδέτερη θεσμική κανονικότητα (Rosanvallon, 2008).

Η υπέρβαση της ένδειας του μέσου δημόσιου λόγου δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της απλής συσσώρευσης πληροφοριών, αλλά προϋποθέτει την αποκατάσταση της διάκρισης μεταξύ κοινωνικής περιγραφής και ηθικής αξιολόγησης, μεταξύ νομιμότητας και νομιμοποίησης, μεταξύ διοικητικής διαχείρισης και πολιτικής σύγκρουσης. Μόνον όταν οι διακρίσεις αυτές ανακτήσουν τη θεωρητική τους αυτονομία καθίσταται δυνατή η συγκρότηση ενός δημόσιου λόγου που δεν θα αναπαράγει παθητικά τις κυρίαρχες μορφές συμβολικής εξουσίας, στα συσταλτικά όρια του νοητικά αποδεκτού.

Βιβλιογραφία

Biggs, M. (2018). Hunger strikes: Reflections on the body as repertoire of contention. Στο D. A. Snow, S. A. Soule, H. Kriesi, & H. J. McCammon (Eds.), The Wiley Blackwell companion to social movements (2nd ed.). Wiley Blackwell.

Bourdieu, P. (1991). Language and symbolic power. Polity Press.

Copi, I. M., Cohen, C., & McMahon, K. (2019). Introduction to logic (15th ed.). Routledge.

Habermas, J. (1996). Between facts and norms: Contributions to a discourse theory of law and democracy. MIT Press.

Harvey, D. (2008). The right to the city. New Left Review, 53, 23–40.

Lefebvre, H. (1996). Writings on cities. Blackwell.

Mouffe, C. (2000). The democratic paradox. Verso.

Rosanvallon, P. (2008). Counter-democracy: Politics in an age of distrust. Cambridge University Press.

Tarrow, S. (2011). Power in movement: Social movements and contentious politics (3rd ed.). Cambridge University Press.

Tilly, C., & Tarrow, S. (2015). Contentious politics (2nd ed.). Oxford University Press.

Discover more from

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading