Μουφ -Λακλάου : Η ηγεμονία της άναρθρης, συνάρθρωσης -Χρήστος Μιάμης-

Η θεωρητική παρέμβαση των Ερνέστο Λακλάου και Σαντάλ Μουφ συνιστά μία από τις πλέον επιδραστικές και ταυτόχρονα αμφιλεγόμενες εκδοχές του μεταμαρξισμού κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η αφετηρία της συγκρότησης του συγκεκριμένου θεωρητικού εγχειρήματος τοποθετείται στο έργο τους «Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική» που δημοσιεύθηκε το 1985 και αποτέλεσε σημείο καμπής για την πολιτική θεωρία της ύστερης νεωτερικότητας. Στο συγκεκριμένο έργο επιχειρείται η διαμόρφωση μιας νέας θεωρητικής σύνθεσης, η οποία συνδυάζει στοιχεία του μεταδομισμού, της γλωσσολογικής παράδοσης, της γκραμσιανής θεωρίας της ηγεμονίας και μιας αναθεωρημένης ανάγνωσης του μαρξισμού. Η σύνθεση αυτή αποκρυσταλλώνεται στην περίφημη «Θεωρία του Λόγου», η οποία αποσκοπεί στην υπέρβαση όσων οι συγγραφείς αντιλαμβάνονται ως ουσιοκρατικές, ντετερμινιστικές και αναγωγιστικές όψεις του κλασικού μαρξισμού (Laclau & Mouffe, 1985).

Στον πυρήνα της θεωρητικής τους παρέμβασης βρίσκεται η αμφισβήτηση της προνομιακής θέσης της εργατικής τάξης ως καθολικού πολιτικού υποκειμένου. Οι Λακλάου και Μουφ υποστηρίζουν ότι οι κοινωνικές ταυτότητες δεν μπορούν να αναχθούν σε μία ενιαία ταξική ουσία ούτε να θεωρηθούν παράγωγα μιας μοναδικής κοινωνικής θέσης. Αντιθέτως, τα υποκείμενα συγκροτούνται μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα πολιτισμικών, ιδεολογικών, εθνικών, έμφυλων, θρησκευτικών και κοινωνικών αναφορών, οι οποίες βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση και μετασχηματισμό. Η ταξική θέση εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά παύει να κατέχει τον κεντρικό και καθοριστικό ρόλο που της αποδίδεται στη μαρξιστική παράδοση. Με τον τρόπο αυτό, η εργατική τάξη απογυμνώνεται από τον οικουμενικό χαρακτήρα που της αποδίδει ο κλασικός μαρξισμός και μετατρέπεται σε μία μόνο εκδοχή κοινωνικής ταυτότητας ανάμεσα σε πολλές άλλες (Laclau, 1997).

Η μετατόπιση αυτή συνεπάγεται μια ριζική αναθεώρηση της πολιτικής ανάλυσης. Η ιστορία δεν εμφανίζεται πλέον ως διαδικασία που οργανώνεται γύρω από τη βασική αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας, αλλά ως ένα ανοιχτό πεδίο ανταγωνισμών, στο οποίο διαφορετικές ταυτότητες, αιτήματα και πολιτικά σχέδια διεκδικούν χώρο και επιρροή. Η πολιτική δράση δεν απορρέει από μια προκαθορισμένη κοινωνική θέση αλλά συγκροτείται μέσα από διαδικασίες νοηματοδότησης. Υπό αυτή την έννοια, οι κοινωνικοί αγώνες δεν διαθέτουν εκ των προτέρων ενιαία κατεύθυνση ούτε κάποιο αντικειμενικά προσδιορισμένο ιστορικό τέλος. Η κοινωνική πραγματικότητα εμφανίζεται ως μια διαρκώς ανοιχτή διαδικασία κατασκευής νοημάτων, ταυτοτήτων και συσχετισμών δύναμης.

Κεντρικό εργαλείο αυτής της θεωρητικής κατασκευής αποτελεί η έννοια της συνάρθρωσης. Για τους Λακλάου και Μουφ, οι κοινωνικές ταυτότητες δεν είναι ποτέ πλήρεις ή αυθύπαρκτες. Συγκροτούνται μέσα από τη σύνδεση ετερογενών στοιχείων, τα οποία αποκτούν νόημα μόνο στο πλαίσιο ενός ευρύτερου συστήματος σχέσεων. Η συνάρθρωση περιγράφει ακριβώς αυτή τη διαδικασία μέσω της οποίας διαφορετικά στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους και συγκροτούν μια νέα ενότητα νοήματος. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι ο Λόγος, όχι ως απλό γλωσσικό φαινόμενο αλλά ως πλέγμα κοινωνικών πρακτικών, νοημάτων και σχέσεων που οργανώνουν την κοινωνική πραγματικότητα (Laclau & Mouffe, 1985).

Στο πλαίσιο του Λόγου, οι κοινωνικές σημασίες δεν διαθέτουν σταθερό περιεχόμενο. Οι έννοιες, οι αξίες και τα πολιτικά σύμβολα βρίσκονται διαρκώς υπό διαπραγμάτευση. Μια συγκεκριμένη έννοια μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με το λόγο μέσα στον οποίο εντάσσεται. Η πολιτική αντιπαράθεση επομένως δεν αφορά μόνο υλικά συμφέροντα αλλά και την ίδια τη σημασία των λέξεων και των κοινωνικών συμβόλων. Η πάλη για την ηγεμονία είναι ταυτόχρονα πάλη για τον καθορισμό του νοήματος.

Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η διάκριση μεταξύ στοιχείων και στιγμών. Τα στοιχεία αποτελούν σημασίες που δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί σε έναν συγκεκριμένο Λόγο, ενώ οι στιγμές είναι σημασίες που έχουν ήδη αποκτήσει θέση μέσα σε μια συναρθρωμένη δομή νοήματος. Η διαδικασία της πολιτικής αντιπαράθεσης συνίσταται ακριβώς στην προσπάθεια διαφορετικών λόγων να ενσωματώσουν στοιχεία και να τα μετατρέψουν σε στιγμές της δικής τους ηγεμονικής αφήγησης. Με αυτόν τον τρόπο συγκροτούνται οι πολιτικές ταυτότητες και διαμορφώνονται οι κοινωνικοί συσχετισμοί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έννοια της δημοκρατίας. Η δημοκρατία δεν διαθέτει ένα μοναδικό και αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο. Διαφορετικά πολιτικά ρεύματα την επικαλούνται, την ορίζουν και τη διεκδικούν. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, η σοσιαλιστική δημοκρατία ή η ριζοσπαστική δημοκρατία συνιστούν διαφορετικές συναρθρώσεις του ίδιου σημαίνοντος. Για τον λόγο αυτό, η δημοκρατία λειτουργεί ως «μετέωρο σημαίνον», δηλαδή ως έννοια ανοιχτή σε ανταγωνιστικές ερμηνείες και πολιτικές διεκδικήσεις (Mouffe, 2004).

Ωστόσο, η έννοια της συνάρθρωσης παραμένει ελλιπής αν δεν εξεταστεί σε συνάρτηση με την εξάρθρωση. Κάθε Λόγος συγκροτείται μέσα από τη συνάρθρωση, αλλά ταυτόχρονα απειλείται διαρκώς από διαδικασίες εξάρθρωσης. Η εξάρθρωση αφορά την αποσταθεροποίηση ενός λόγου, την αμφισβήτηση των νοημάτων του και τη διάρρηξη της φαινομενικής του συνοχής. Η κοινωνία δεν αποτελεί ποτέ μια πλήρως ολοκληρωμένη ολότητα. Αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από ατελείωτους ανταγωνισμούς μεταξύ διαφορετικών μορφών νοηματοδότησης. Η ηγεμονία δεν είναι μόνιμη αλλά προσωρινή και πάντοτε επισφαλής. Ένας λόγος κυριαρχεί μόνο μέχρι τη στιγμή που ένας ανταγωνιστικός λόγος θα κατορθώσει να αποσταθεροποιήσει τη δομή του και να ανασυγκροτήσει το κοινωνικό πεδίο με διαφορετικό τρόπο (Laclau & Mouffe, 1985).

Η προσέγγιση αυτή εισάγει μια ιδιαίτερη κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι Λακλάου και Μουφ απορρίπτουν την ύπαρξη μιας αντικειμενικής αλήθειας που προηγείται των κοινωνικών πρακτικών. Η αλήθεια, σύμφωνα με τη δική τους οπτική, συγκροτείται πάντοτε εντός συγκεκριμένων λόγων και συγκεκριμένων σχέσεων ηγεμονίας. Δεν υπάρχει κάποιο προνομιακό σημείο από το οποίο να μπορεί κανείς να προσπελάσει την κοινωνική πραγματικότητα ανεξάρτητα από τις διαδικασίες νοηματοδότησης. Η κοινωνία εμφανίζεται έτσι ως ένα πεδίο διαρκούς ενδεχομενικότητας, όπου κάθε μορφή σταθερότητας είναι προσωρινή και κάθε μορφή ηγεμονίας δυνητικά αναστρέψιμη.

Η θεωρητική γοητεία αυτής της προσέγγισης είναι αναμφισβήτητη. Η έμφαση στη ρευστότητα, την πολλαπλότητα και την ιστορική ενδεχομενικότητα επιτρέπει την κατανόηση κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων που δεν χωρούν εύκολα σε αυστηρά ταξικά σχήματα. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία της πολιτικής δημιουργικότητας, της ιδεολογικής πάλης και της κατασκευής συλλογικών ταυτοτήτων.

Ωστόσο, ακριβώς στο σημείο αυτό αναδύονται και οι σημαντικότερες αδυναμίες του συγκεκριμένου θεωρητικού παραδείγματος. Η σχεδόν ολοκληρωτική εγκατάλειψη κάθε μορφής αντικειμενικότητας οδηγεί συχνά σε μια υποτίμηση των υλικών σχέσεων εξουσίας και των κοινωνικών δομών που διαμορφώνουν το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Όταν οι κοινωνικές συγκρούσεις αναλύονται πρωτίστως ως συγκρούσεις λόγων, υπάρχει ο κίνδυνος να υποβαθμιστεί η σημασία των οικονομικών, πολιτικών και θεσμικών μηχανισμών που καθορίζουν ποιοι λόγοι έχουν τη δυνατότητα να ακουστούν και ποιοι αποκλείονται εκ των προτέρων από το δημόσιο πεδίο.

Κατά συνέπεια, η ηγεμονία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αποκλειστικά ως επιτυχής συνάρθρωση νοημάτων. Η δυνατότητα ενός λόγου να κυριαρχήσει συνδέεται άρρηκτα με τις υλικές σχέσεις δύναμης που οργανώνουν το κοινωνικό πεδίο. Οι πολιτικοί ανταγωνισμοί δεν διεξάγονται σε συνθήκες ισότητας, αλλά σε ένα πεδίο άνισα κατανεμημένων πόρων, θεσμικής ισχύος και κοινωνικής επιρροής. Η πρόσβαση στους μηχανισμούς παραγωγής και διάδοσης του λόγου δεν είναι ουδέτερη ούτε συμμετρική.

Ακριβώς γι’ αυτό, η θεωρία του λόγου των Λακλάου και Μουφ παραμένει ταυτόχρονα γόνιμη και προβληματική. Από τη μία πλευρά, προσφέρει ένα ισχυρό εργαλείο κατανόησης της πολιτικής συγκρότησης των ταυτοτήτων, της ηγεμονίας και των διαδικασιών νοηματοδότησης. Από την άλλη πλευρά, η απομάκρυνσή της από την μελέτη των συσχετισμών δύναμης. που εκρέουν εκ κοινωνικής δομής και ιδιαίτερα από τη σημασία των ταξικών σχέσεων οδηγεί σε μια εικόνα της κοινωνίας όπου η ισχύς των λόγων τείνει να υπερκαθορίζει την ισχύ των υλικών συνθηκών.

Ωστόσο, η συνάρθρωση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ανεξάρτητα από την εξάρθρωση. Εάν η πρώτη αφορά τη συγκρότηση ενός λόγου, η δεύτερη αφορά τη διάρρηξη ή την αποσταθεροποίησή του. Οι κοινωνικές ταυτότητες δεν είναι ποτέ πλήρως ολοκληρωμένες ούτε απολύτως σταθερές. Κάθε λόγος βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με ανταγωνιστικούς λόγους που επιδιώκουν να αμφισβητήσουν την ηγεμονία του. Ως εκ τούτου, η κοινωνική πραγματικότητα παρουσιάζεται ως πεδίο αδιάκοπης σύγκρουσης ανάμεσα σε διαφορετικές διαδικασίες συνάρθρωσης και εξάρθρωσης (Laclau & Mouffe, 1985).

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται η βαθύτερη οντολογική θέση των Λακλάου και Μουφ. Κατά τη δική τους προσέγγιση, δεν υφίσταται κάποια μια υλική πραγματικότητα που στην κίνησή δύναται να λειτουργήσει ως πρωταρχικό σημείο αναφοράς. Η αλήθεια συγκροτείται πάντοτε εντός συγκεκριμένων λόγων και συγκεκριμένων σχέσεων ηγεμονίας. Συνεπώς, η κοινωνική πραγματικότητα δεν αντιμετωπίζεται ως ένα πεδίο δομών που αναμένουν να ανακαλυφθούν, αλλά ως αποτέλεσμα διαρκών διαδικασιών νοηματοδότησης και πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και η βασική κριτική που έχει ασκηθεί προς το θεωρητικό τους εγχείρημα. Η άρνηση οποιασδήποτε μορφής αντικειμενικότητας κινδυνεύει να μετατρέψει κάθε κοινωνική σχέση σε απλή εκφορά λόγου, υποβαθμίζοντας τη σημασία των υλικών σχέσεων εξουσίας, των ταξικών ανταγωνισμών και των μορφών κοινωνικής κυριαρχίας. Η καπιταλιστική εξουσία δεν αναπαράγεται αποκλειστικά μέσω της πειστικότητας του λόγου της, αλλά και μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών καταναγκασμού, ελέγχου και βίας, οι οποίοι διαμορφώνουν εκ των προτέρων τα όρια εντός των οποίων μπορούν να εκφραστούν οι ανταγωνιστικοί λόγοι.

Βιβλιογραφία 

Laclau, E. (1997) Για την επανάσταση της εποχής μας: Kοινωνική εξάρθρωση,

ηγεμονία και ριζοσπαστική δημοκρατία, εισ.-μτφ.-επιμ. Γ. Σταυρακάκης, Αθήνα:

Νήσος. Εισαγωγή του Γιάννη Σταυρακάκη στο Για την Επανάσταση της Εποχής Μας

Laclau, E. & Mouffe, Ch. (1985) Hegemony and Socialist Strategy, Λονδίνο: Verso.

Mouffe, Ch. (2004) Το δημοκρατικό παράδοξο,

Discover more from

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading