Κοινωνικά υποκείμενα, αντιθέσεις & μορφές δράσης (Α)

Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου

Εισαγωγή

Ποιες αντιθέσεις και με ποια κριτήρια είναι καθοριστικές για τον σχηματισμό κοινωνικών υποκειμένων; Σε συνθήκες  αναδιάρθρωσης της παραγωγής (συρρίκνωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης, γενίκευση της μισθωτοποίησης κ.λπ.), είναι η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας που ορίζει τα κοινωνικά υποκείμενα, ή είναι οι αντιθέσεις στη σφαίρα αναπαραγωγής (κατανάλωση, τρόποι ζωής, κοινωνική αναγνώριση, κουλτούρα κ.λπ.) που ορίζουν το κοινωνικό υποκείμενο; Υπάρχει μια ομόλογη σχέση ανάμεσα στον τύπο των κοινωνικών αντιθέσεων, στα κοινωνικά υποκείμενα και τις μορφές δράσης τους (ταξικές/διαταξικές);

Στο άρθρο αυτό θα εξετάσω  το εύρος και την ποιότητα των κοινωνικών αντιθέσεων που διαμορφώνουν τους αντικειμενικούς όρους για συλλογική δράση και από τις οποίες αντλούν, εν τέλει, τη δυναμική τους τα κοινωνικά υποκείμενα.  Αν το διχοτομικό  μοντέλο ταξικής διάρθρωσης του K. Marx ορίζει με σαφήνεια τη σφαίρα παραγωγής και την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας ως πεδίο δόμησης των κοινωνικών τάξεων, η πλουραλιστική προσέγγιση της κοινωνικής τάξης στον M. Weber υποδεικνύει πολλαπλές σφαίρες δόμησης  των κοινωνικών υποκειμένων (οικονομία, κόμμα, κοινωνική θέση), πράγμα που περιορίζει τη δυναμική τους. Ουσιαστικά πρόκειται για δύο διαφορετικά παραδείγματα για την κοινωνική δομή και την κοινωνική δράση. Η επιλογή τού ενός ή του άλλου μας δίνουν επίσης διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα όσον αφορά στη δυναμική που μπορούν να αναπτύξουν αλλά και στο περιεχόμενο της δράσης τους (ταξική ή διαταξική).  Η σύνδεση της ταξικής συνθήκης (σφαίρα παραγωγής) με τη σφαίρα αναπαραγωγής (κατανάλωση,  πολιτισμικές πρακτικές κ.λπ.), ή με την εξουσία (καταπίεση, κοινωνική αναγνώριση κ.ο.κ.) μπορεί να περιγράψει τις κοινωνικές αντιθέσεις (πρωτεύουσες και δευτερεύουσες) αναδεικνύοντας τη συνθετότητα των σύγχρονων κοινωνιών. Με αυτή την έννοια αναδεικνύονται οι αντιφατικές ταξικές θέσεις στην κοινωνική δομή, από τη μια, και διαμορφώνεται μια συγκριτική βάση αξιολόγησης των κοινωνικών υποκειμένων όσον αφορά τις κοινωνικές αντιθέσεις που τα γεννούν αλλά και τις μορφές κοινωνικής δράσης που θα αναπτύξουν, από την άλλη.

Ι. Τα κοινωνικά υποκείμενα με όρους εκμετάλλευσης

Τα τελευταία χρόνια πολλές συζητήσεις γίνονται για το αν οι σύγχρονες κοινωνίες παραμένουν ταξικές ή αν αυτές έχουν μετεξελιχθεί σε κοινωνίες οι οποίες ναι μεν χαρακτηρίζονται από κοινωνικές ανισότητες, έχουν απολέσει όμως, είτε λόγω της αυξημένης κοινωνικής διαφοροποίησης και της συνεπαγόμενης διάλυσης ισχυρών κοινωνικών μπλοκ (βλ. κοινωνικών τάξεων), είτε λόγω της ανόδου του βιοτικού επιπέδου, τον ταξικό τους χαρακτήρα. Σημαντικά σε αυτή την αντίληψη συνέβαλε η διάλυση των πολιτισμικών μορφωμάτων της εργατικής τάξης (εργατικές υποκουλτούρες) που είχαν διαμορφωθεί στην περίοδο ανάπτυξης της βιομηχανίας και της μεταποίησης (εργοστασιακή εργατική τάξη) και είχαν βρει αποτύπωση στον χώρο (εργατικοί βιόκοσμοι, κοινότητα ανθρακωρύχων, εργατικές κατοικίες κ.λπ.). Αυτή η εξέλιξη, σε συνάρτηση με μια νατουραλιστική προσέγγιση της εργασίας (ως μετασχηματισμού της φύσης), δημιούργησε την εντύπωση πως η εργατική τάξη και μαζί  οι κοινωνικές τάξεις έσβησαν ενώ ενίσχυσε τη θέση πως οι κοινωνικές τάξεις ορίζονται πρώτα πολιτισμικά. Δεν λείπουν βεβαίως και οι προσεγγίσεις που ερμηνεύοντας ντετερμινιστικά τις τεχνολογικές εξελίξεις με τις συνακόλουθες αλλαγές στην κοινωνική δομή, κάνουν λόγο για το «τέλος των τάξεων» και για οιονεί μετα-καπιταλιστικές κοινωνίες (βλ. θεωρία της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας»). Πρόκειται δηλαδή για έναν καπιταλισμό χωρίς κοινωνικές τάξεις και χωρίς βιογραφίες τάξεων, όμως με ατομική ανισότητα και ατομικές βιογραφίες, προσωπικές ταυτότητες κ.ο.κ. Στο ίδιο αναλυτικό αναλυτικό πλαίσιο μεταδομιστικές προσεγγίσεις αποδομούν πλήρως την έννοια της κοινωνικής τάξης, εκτιμώντας πως υπάρχουν πολλές πραγματικότητες, επομένως δύσκολα προσδιορίζονται αντικειμενικά συμφέροντα, αντιθέσεις και διαφορές για  να χωρέσουν στην έννοια της κοινωνικής τάξης. Η μορφή αυτών των αντιθέσεων και των διαφορών, πάλι, μετατρέπει   τους κοινωνικούς δρώντες, δηλαδή τις κοινωνικές τάξεις σε από-κεντρωμένα υποκείμενα που αδυνατούν να αποκτήσουν, λόγω της χαμηλής έντασης αυτών των αντιθέσεων, σταθερή ταυτότητα, επομένως και συνείδηση των ταξικών συμφερόντων. Σύμφωνα μάλιστα με τον E. Laclau η ταυτότητα δεν είναι τίποτε άλλο από την ασταθή συνάρθρωση διαρκώς μεταβαλλόμενων θέσεων (positionalities) (Laclau 2007: 206). Τόσο τα συμφέροντα, όσο και οι διαφορές συγκροτούνται,  τρόπον τινά  τυχαία, προσλαμβάνοντας πρωτίστως τη μορφή λογοθετικών πρακτικών για το κλείσιμο και την καθήλωση του νοήματος (κριτικά επ’ αυτού Monney 207: 206).

Σε συνάρτηση μ’ αυτές τις συζητήσεις τίθεται το ερώτημα για το αν η έννοια της κοινωνικής τάξης ως μεθοδολογική κατηγορία της κοινωνιολογίας και των κοινωνικών επιστημών γενικότερα έχει απωλέσει εξαιτίας αυτών των εξελίξεων την αναλυτική της εγκυρότητα και τη μεθοδολογική της χρησιμότητα; Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι με την έννοια της κοινωνικής τάξης επιχειρήθηκε να συνδεθούν οι κοινωνικές ανισότητες με τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας και της εργασίας, υπονοώντας ότι τα άτομα ανάλογα με τη θέση τους στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (ταξικές θέσεις), έχουν πρόσβαση σε σημαντικούς πόρους (υλικούς και συμβολικούς), ή αποκλείονται απ’ αυτούς και διαθέτουν αντίστοιχα περιορισμένες ή διευρυμένες δυνατότητες δράσης. Αυτό σημαίνει ότι επειδή οι κοινωνικές σχέσεις  αρθρώνονται γύρω από την παραγωγή και την ιδιοποίηση υπερεργασίας, αυτές είναι σχέσεις εκμετάλλευσης της μίας κοινωνικής τάξης από την άλλη. Η εκμετάλλευση, σύμφωνα με τον K. Marx, αναφέρεται στη διαδικασία κατά την οποία η μία τάξη (αστική τάξη) αποσπά υπερεργασία από την άλλη τάξη (εργατική τάξη), πράγμα που σημαίνει ότι η εργασία της δεύτερης τάξης παράγει ένα προϊόν, μέρος, και μόνο μέρος του οποίου επιστρέφεται (μισθός). Η υπερεργασία προκύπτει αφού από τον συνολικό εργάσιμο χρόνο αφαιρέσουμε τον χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την αναπαραγωγή του εργάτη (αναγκαία εργασία). Ο υπόλοιπος χρόνος εργασίας αντιπροσωπεύει για τον εργάτη απλήρωτη αξία για δε τον καπιταλιστή (ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής) καθαρή αξία (υπεραξία) (βλ. και Gough 2008: 58).

Από την άλλη η εννοιολόγηση της κοινωνικής τάξης με όρους κυριαρχίας τείνει να γλιστρήσει, όπως αναφέρει ο E. Wright σε μια προσέγγιση «πολλαπλών καταπιέσεων», γεγονός που αποδεσμεύει την τάξη από την εκμεταλλευτική σχέση. Από αυτή την οπτική οι σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από μια πολλαπλότητα καταπιέσεων που συνιστούν την κοινωνική βάση συγκρότησης νέων κοινωνικών υποκειμένων. Κάθε μία από αυτές βρίσκεται ριζωμένη σε μια διαφορετική μορφή κυριαρχίας (έμφυλη, φυλετική, εθνοτική, οικονομική κ.λπ.), χωρίς κάποια από αυτές να έχει ερμηνευτική προτεραιότητα έναντι κάποιας άλλης (Wright 2009: 107, 109). Η τάξη  εμφανίζεται τότε ως μία από τις πολλές καταπιέσεις χάνοντας την κεντρικότητά της για την κοινωνική και ιστορική ανάλυση. Πόσο σημαντική είναι η τάξη σε μια ορισμένη κοινωνία γίνεται πάλι, σύμφωνα με τον E. Wright, ένα ζήτημα ιστορικής τυχαιότητας. Με αυτή την έννοια η πλουραλιστική αποτύπωση της κοινωνικής δομής με τις πολλαπλές αντιθέσεις, όπως συμβαίνει στη βεμπεριανή μεθοδολογία, αδυνατεί να συνενώσει τις διαφορετικές ταξικές καταστάσεις στην οικονομία, στην εξουσία, στη κατανάλωση έτσι που η έννοια της κοινωνικής τάξης χάνει την αναλυτική της ικανότητα, αν δεν καταλύεται κιόλας (βλ. και Γκύρβιτς 1986 : 209). Στον βαθμό μάλιστα που η κοινωνική δράση νοηματοδοτείται υποκειμενικά (μεθοδολογικός ατομικισμός) εκμηδενίζεται σε μεγάλο βαθμό και η δυνατότητα σκόρπιες βιοτικές καταστάσεις να βγάλουν  σε συλλογική δράση.

Ωστόσο, για να βάλουμε μια μεθοδολογική τάξη στην εννοιολόγηση των κοινωνικών υποκειμένων για το πώς προκύπτουν και τι μπορούν να κάνουν έχει σημασία να προχωρήσουμε σε μια διαφοροποίηση ανάμεσα στην καταπίεση και την εκμετάλλευση. Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη πως η αρχή της ιδιοποίησης διαφοροποιεί τη σχέση εκμετάλλευσης από τις μη εκμεταλλευτικές σχέσεις καταπίεσης (Κeucheyan 2017: 327). Συνεπώς, άλλα κοινωνικά υποκείμενα μας δίνουν οι σχέσεις καταπίεσης (έμφυλη, σεξουαλική κ.λπ.) και άλλα οι σχέσεις εκμετάλλευσης τόσο όσον αφορά το πού δομούνται όσο και τα ζητήματα που δύναται να θέσουν. Εντούτοις, τα νέα αναλυτικά εργαλεία (φύλο, λόγος, ταυτότητα κ.ά.) που δημιουργήθηκαν για την εξέταση των κοινωνικών υποκειμένων και που εν μέρει ταυτίστηκαν με τα νέα κοινωνικά κινήματα και τις διεργασίες υποκειμενικοποίησης μεσαίων στρωμάτων, αδυνατούν να εξηγήσουν   τις κοινωνικές ανισότητες που οφείλονται στην άνιση κατανομή  του κοινωνικού πλούτου και φωλιάζουν στις σχέσεις εκμετάλλευσης. Ούτε βοηθάει ιδιαίτερα η ανάδειξη των συγκρούσεων στην αγορά (βιοτικές ευκαιρίες κ.λπ.) ως βάσης δόμησης των κοινωνικών υποκειμένων, καθώς ο εγγενής ανταγωνισμός για τη μεγιστοποίηση των ωφελειών υποσκάπτει εν τη γενέσει του οποιαδήποτε σύγκλιση ατόμων και κοινωνικών ομάδων για συλλογική δράση. Αλλά ακόμη και αν οι εργασιακές ή επαγγελματικές θέσεις που σχηματίζονται στον τεχνικό καταμερισμό βγάλουν σε συλλογική δράση, αυτή θα είναι άθροισμα συγκυριακών καταστάσεων (αθροιστική δράση), που θα αδυνατεί να υπερβεί επί μέρους (συντεχνιακά) συμφέροντα, αφού στο βεμπεριανό (ή νεοβεμπεριανό) παράδειγμα δεν διακρίνει υπερατομικά υποκείμενα με τις αντίστοιχες μορφές δράσης (βλ. και Ψυχοπαίδης 1996: 550, 551).

Βεβαίως ο διαχωρισμός της πραγματικότητας σε σφαίρες (παραγωγής, κυκλοφορίας, διανομής κ.λπ.) είναι σχηματικός και έχει περισσότερο αναλυτικό και όχι οντολογικό χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει και για τους ορισμούς της κοινωνικής δράσης ως ταξικής ή διαταξικής, καθώς ο ταξικός αγώνας μπορεί να κινητοποιεί κοινωνικά στρώματα και κοινωνικές ομάδες που υφίστανται την εκμετάλλευση ή,  αντίστοιχα, την καταπίεση. Εξάλλου πρόκειται για ένα ενιαίο προτσές, καθώς η αγορά, δηλαδή η πώληση των εμπορευμάτων είναι αναγκαίος όρος για την πραγμάτωση και απόσπαση υπεραξίας. Ούτε βγαίνει από πουθενά πως η εργασία στη σφαίρα κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι «μη παραγωγική» (όπως υπαινίσσεται ο Ν. Πουλαντζάς κ.ά.), ή το κεφάλαιο (εμπορευματικό) έχει απωλέσει την ιδιότητα που το ορίζει ως τέτοιο (ιδιοποίηση απλήρωτης εργασίας), πόσο μάλλον όταν «ο χρόνος εργασίας αναλίσκεται στην παραγωγή αλλά αξιοποιείται κοινωνικά (sociality validated) στην κυκλοφορία» (Μαυρουδέας 1993: 73). Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με κομμάτια της πραγματικότητας που κερματίζονται ή αναδομούνται από το κεφάλαιο στη διαδικασία αυτοαξιοποίησής του, ή στην προσπάθεια να υπερβεί την κρίση υπερσυσσώρευσης (αργία πλεονάζοντος κεφαλαίου και εργατικής δύναμης), υποβαθμίζει ή αναβαθμίζει τη μια μετά την άλλη σφαίρα παραγωγής και κυκλοφορίας, δημιουργώντας τους όρους για νέες μορφές κοινωνικής δράσης (εργατικό κίνημα, εκπαιδευτικό κίνημα, οικολογικό κίνημα, φοιτητικό κίνημα κ.λπ.). Τη στιγμή λοιπόν που η αποκέντρωση της παραγωγής (αναζήτηση φτηνής εργασίας στην περιφέρεια, υπεργολαβική εργασία κ.λπ.),  αποσκοπούσε στην αποδέσμευση του κεφαλαίου από χωρικές δεσμεύσεις («αποβιομηχάνιση», υποβάθμιση αστικών περιοχών, εξευγενισμός  κ.λπ.), και στην υπονόμευση του συνδικαλιστικού κινήματος, η στροφή του κεφαλαίου από το πρωτεύον κύκλωμα (άμεση παραγωγή και κατανάλωση), για την οποία κάνει λόγο ο D. Harvey (Χαρβεϊ 2006: 122, 123 κ.ε.), προς το δευτερεύον κύκλωμα, δηλαδή σε κεφάλαιο για την παραγωγή (λιμάνια, ενέργεια, μεταφορές κ.λπ.) και κεφάλαιο για την κατανάλωση (κατοικίες, εξωραϊσμός πόλεων κ.λπ.) μπορεί να ενισχύει κινήματα δράσης στη σφαίρα της κυκλοφορίας και της κατανάλωσης (κινήματα πόλης, κινήματα καταναλωτών κ.λπ.). Από την άλλη οι ροές του κεφαλαίου προς το τριτεύον κύκλωμα, δηλαδή σε κοινωνικές υποδομές (υγεία, φροντίδα, εκπαίδευση κ.λπ.) αλλά και στην έρευνα-ανάπτυξη μπορεί να ενισχύει  το κίνημα των εργαζομένων στη παραγωγή αξιών χρήσης (εκπαιδευτικοί, γιατροί, νοσηλευτές κ.λπ.). Κατά τον ίδιο τρόπο η απόσυρση του κεφαλαίου από το ένα προς το άλλο κύκλωμα που προκαλείται από την υπερεπένδυση  μπορεί να αποδυναμώνει υφιστάμενες μορφές συλλογικής δράσης («αποεργατοποίηση»), όπως λόγου χάρη, η συρρίκνωση των ανθρακωρύχων στη δεκαετία του ’80 στην Αγγλία, ή  να δυναμώνει άλλες στη σφαίρα κυκλοφορίας και διανομής, όπως, λόγου χάρη, οι απεργίες των εργαζομένων στο ηλεκτρονικό εμπόριο (e-schop) (Amazon κ.α.).

II. Τα κοινωνικά υποκείμενα με όρους καταπίεσης και εξουσίας

Σε μεγάλο βαθμό η καταπίεση ως συγκροτητικό στοιχείο των κοινωνικών υποκειμένων θεματοποιήθηκε μέσα από το νέα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’70 και του ’80. Σε μια προσπάθεια να αμφισβητηθούν οι κυρίαρχες κοινωνικές παραστάσεις για το φύλο, την έμφυλη και σεξουαλική καταπίεση, αυτά εστίασαν, μεταξύ άλλων, και το φεμινιστικό κίνημα,  στη σφαίρα κοινωνικής αναπαραγωγής επιχειρώντας να δείξουν επίσης την ιστορικότητα των «καθεστώτων αλήθειας» (πατριαρχία, ετεροσεξουαλικότητα κ.λπ.) που νομιμοποιούσαν τις σχέσεις καταπίεσης. Εκ των πραγμάτων η κριτική και η αμφισβήτηση της κυρίαρχης ιδεολογίας διαμόρφωνε μαζί με την κοινωνική ανέλιξη γυναικών από τα μεσαία αστικά στρώματα, την πολιτισμική συνθήκη για να λάβουν χώρα διεργασίες υποκειμενικοποίησης.

Δύσκολα όμως η πολιτισμική συνθήκη, παρόλο που συγκρατεί καταλοιπικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, δύναται να αποτυπώσει τις άνισες θέσεις των ατόμων στην κοινωνική δομή, καθώς οι ταξικές θέσεις στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (θέσεις στο σύστημα παραγωγής και εργασίας) αμβλύνονται από τον διαταξικό χαρακτήρα της καταπίεσης. Παρόλο που η ταξική καταγωγή και το πολιτισμικό περιβάλλον  προσδιορίζουν την ένταση και το εύρος της καταπίεσης  (έμφυλης, σεξουαλικής, κοινωνική αναπηρία/disability κ.λπ.) εντούτοις οι μορφές καταπίεσης διαθέτουν μια ιστορικότητα ενώ υπό όρους μπορούν να αμβλυνθούν ή να αρθούν με διαταξικές μορφές δράσης (φεμινιστικό κίνημα, κίνημα ΛΟΑΤΚΙ, αναπηρικό κίνημα κ.λπ.). Εξάλλου οι καταπιεσμένες ομάδες (γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, ανάπηροι κ.λπ.) συνιστούν διαταξικές κατηγορίες. Αποτελούνται δηλαδή από αστούς, εργάτες, μεσαία στρώματα κ.λπ.  Σε κάθε περίπτωση οι αιτίες της καταπίεσης διαφοροποιούνται από τις συνθήκες της εκμετάλλευσης. Άλλος είναι ο χώρος που εμφανίζονται οι πρώτες και άλλος ο χαρακτήρας τους. Ενώ οι σχέσεις εκμετάλλευσης δομούνται στη σφαίρα παραγωγής, οι σχέσεις καταπίεσης  εμφανίζονται στη σφαίρα κοινωνικής αναπαραγωγής, δίνοντας διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα όσον αφορά τη κοινωνική τους δυναμική. Ο  έλεγχος για την αναπαραγωγή του κοινωνικού σώματος, δηλαδή η πολιτικοποίηση της ζωής (βιοπολιτική) διαμορφώνει πλέγματα εξουσιαστικών σχέσεων που διαχέονται σε ολόκληρη την κοινωνία διαμορφώνοντας τους κοινωνικο-πολιτισμικούς όρους για την καταπίεση ενώ αντικείμενο της εξουσίας γίνονται ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες. Αυτό, η διάχυση της εξουσίας και κατ’ επέκταση της καταπίεσης δημιουργεί μια σύγχυση για το ποιοι είναι οι εξουσιαστές και ποιοι οι εξουσιαζόμενοι, αφού σε συνθήκες «μικροφυσικής της εξουσίας» και «μοριοποίησης της αντίστασης», όπως συμβαίνει στη φουκωική προσέγγιση της εξουσίας, με δυσκολία μπορούν να προσδιοριστούν διακριτά υποκείμενα (καταπιεστές/καταπιεζόμενοι).

Στην ανάγκη αυτή, να καταστήσει διακριτές τις θέσεις καταπιεστών και καταπιεσμένων  βασίζεται σε μεγάλο βαθμό η στρατηγική των ταυτοτήτων, όπως προβλήθηκε  από τα ίδια τα υποκείμενα (φεμινιστικό κίνημα, ΛΟΑΤ, αναπηρικό κίνημα κ.ά.). Μέσω της απόδοσης ταυτότητας σε τμήματα του κοινωνικού σώματος που καταπιέζονταν, μπορούσε να καταδειχτεί αφενός η «δομική» (εξωτερική) καταπίεση, όσο και η εσωτερίκευση της καταπίεσης που δημιουργούσε μια παραμορφωτική και μειωμένη εικόνα εαυτού. Επομένως η απόκτηση ταυτότητας και η οριοθέτηση έναντι άλλων κοινωνικών ομάδων καθιστούσε την ομάδα δρών υποκείμενο. Όπως διαφαίνεται,  η μεθοδολογική αρχή που διέπει εδώ τον σχηματισμό κοινωνικών υποκειμένων  ακολουθεί τη βεμπεριανή αρχή που εστιάζει στο βιοτικό ύφος, στους ιδιαίτερους τρόπους ζωής αλλά και στις πολιτισμικές πρακτικές. Εντούτοις, η ανάδειξη των πολλαπλών καταπιέσεων, όπως αρθρώνονται στις επιμέρους ταυτότητες κάθε άλλο παρά ασύμβατη είναι με τον εμπορευματικό καπιταλισμό. Αυτός δε φαίνεται  να έχει κάποιο πρόβλημα με τις πολλές ταυτότητες, τις έμφυλες διαφορές, τους πολλούς σεξουαλικούς προσανατολισμούς και τις διαφορετικές σεξουαλικές πρακτικές. Θα έλεγα μάλιστα πως ο καπιταλισμός έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάδυση μιας αγοράς ταυτοτήτων, καθώς «νεωτεριστικοί» τρόποι ζωής διευρύνουν την κατανάλωση, δημιουργώντας, σύμφωνα με μια βασική του αφήγηση (κεϋνσιανισμός) νέες ανάγκες για καινούργια προϊόντα (μουσικές, ντύσιμο, «τεχνικές του εαυτού» κ.λπ.). Εξάλλου ο εκδημοκρατισμός τρόπων ζωής  γύρω από τον οποίο αρθρώνονται μορφές «συλλογικής δράσης», κινήσεις και κινήματα με μονοθεματική ατζέντα (φεμινιστικό, ΛΟΑΤ, οικολογικό κ.ά.), επικαλύπτουν σε μεγάλο βαθμό την κεντρική σύγκρουση στον καπιταλισμό (κεφαλαίου-εργασίας). Πόσο μάλλον όταν οι ταυτότητες, το βιοτικό ύφος, η ποιότητα ζωής κ.λπ. λειτουργούν σύμφωνα με την βεμπεριανή μεθοδολογία (M. Weber, Z. Bauman, P. Bourdieu κ.ά.) και ως «πρακτικές διάκρισης» (βλ. Bourdieu 2002: 141).

Στις υποκειμενιστικές προσεγγίσεις για τις κοινωνικές τάξεις θεωρείται πως η κατανάλωση (τι καταναλώνει ο καθένας) και το βιοτικό ύφος που αρθρώνονται εδώ (πώς καταναλώνει ο καθένας),  διαμορφώνουν  -καθώς το εμπόρευμα εμπεριέχει πέρα από την χρηστική αξία και μια συμβολική αξία (όπως εμφανίζεται στην αγορά: μάρκα, στιλ, εμφάνιση κ.λπ.)- μια κοινωνική διαστρωμάτωση. Εκ των πραγμάτων αυτή η κοινωνική διαστρωμάτωση με βάση τρόπους ζωής ιδεολογικοποιεί τα πράγματα, καθώς έρχεται να αμβλύνει ή να επικαλύψει τις ταξικές θέσεις. Στο συγκεκριμένο συγκείμενο το  «φτιάξιμο»  του έμφυλου σώματος (doing gender) σύμφωνα με το ατομικό και προσωπικό γούστο από μια αγορά ταυτοτήτων, καταναλωτικών αγαθών και τρόπων ζωής συνάδει όπως είναι προφανές με τον εμπορευματικό καπιταλισμό (Gay Pride  κ.λπ.) (βλ. Γιαννακόπουλος 2006: 68, 69). Επομένως, κανένας δεν θα  πρέπει να εκπλήσσεται αν οι σχέσεις καταπίεσης μαζί με τις «ελευθεριακές» απόψεις για το φύλο, την ομόφυλη οικογένεια και την «κατασκευή» του εαυτού («τεχνικές του εαυτού», σύμφωνα με τον M. Foucault) προβάλλονται προνομιακά από τους φιλελεύθερους ή τους σοσιαλφιλελεύθερους (Πράσινοι, πολιτισμική αριστερά κ.ά.).

 Ούτε θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής η προνομιακή θεματοποίηση με την αντίστοιχη χρηματοδότηση από τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τις «σπουδές φύλου» (Gender Studies), τις «ευπαθείς ομάδες» κ.λπ., δηλαδή προς εξωοικονομικές καταστάσεις κοινωνικού αποκλεισμού κ.ά., όταν οι ταξικές ταυτότητες και τα ταξικά υποκείμενα λείπουν για ευνόητους λόγους και ως αναφορά. Από αυτή τη σκοπιά ο καπιταλισμός θα ενδιαφέρεται για την αναπαραγωγή των καταπιέσεων  (γυναικείας, έμφυλης, σεξουαλικής κ.λπ.) που εγκλωβίζουν τα άτομα σε επί μέρους ταυτότητες. Εκ των πραγμάτων αυτές οι πολλαπλές καταπιέσεις δημιουργούν συγχύσεις όσον αφορά τον χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων (εκμεταλλευτικές ή καταπιεστικές) αλλά και τη συγκρότηση του κοινωνικού υποκειμένου (κοινωνική τάξη ή βιόκοσμοι;).  Ιδιαιτέρως θα ενδιαφέρεται επίσης ο καπιταλισμός για την αναπαραγωγή των βιόκοσμων στους οποίους τα άτομα γεννιούνται και μεγαλώνουν, καθώς αυτοί (οικογένεια, κοινότητες κ.ο.κ.) αναλαμβάνουν με ιδιαίτερη θέρμη, όπως γίνεται με τη λογική του δικαιωματισμού (αναγνώριση ταυτοτήτων, αναγνώριση συμφώνου συμβίωσης κ.λπ.), ένα σημαντικό μέρος του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης (οικονομική στήριξη, συναισθηματική αρωγή, φροντίδα, εποπτεία κ.λπ.).

Επειδή οι διάφορες μορφές καταπίεσης (έμφυλη, σεξουαλική, φυλετική  κ.ά.) του κοινωνικού σώματος σπονδυλώνονται με τη συνθήκη εκμετάλλευσης για να την συντηρήσουν και να την αναπαραγάγουν τίθεται το ερώτημα αν αυτές, εφόσον συναρθρωθούν με τη συνθήκη εκμετάλλευσης,  δύνανται να διευρύνουν την κοινωνική δράση, ενισχύοντας επίσης την καθολικότητα του κοινωνικού υποκειμένου. Είναι σαφές πως η «συγκυριακή» ταυτότητα (έμφυλη, σεξουαλική κ.λπ.), δεν αίρει την κοινωνική ανισότητα που οφείλεται στις ταξικές θέσεις. Επομένως η κατάργηση των επιμέρους  καταπιέσεων που υποβαστάζουν σε τελική ανάλυση τις σχέσεις εκμετάλλευσης, με την έννοια όμως ότι το φύλο με τις συνδηλώσεις του (σεξουαλικές πρακτικές), δεν είναι αποκομμένο αλλά συνιστά  μια διάσταση των ταξικών σχέσεων, μπορεί να τεθεί. Όχι, από την οπτική του καθολικού κοινωνικού υποκειμένου, καθώς η ταξική ταυτότητα δομείται -σε αντίθεση με την  έμφυλη ή, την σεξουαλική που δομούνται στη σφαίρα αναπαραγωγής- στη σφαίρα παραγωγής, αλλά από την μερική οπτική του πολίτη και των δικαιωμάτων. Το γεγονός μάλιστα ότι μεγάλο μέρος των ομόφυλων ζευγαριών (γκέι και λεσβίες κ.ά.), είναι εκτεθειμένα, εκτός από τις ρατσιστικές και ομοφοβικές επιθέσεις, στην ανεργία και στην ανασφάλεια συνδέει εκ των πραγμάτων τα δικαιώματα, με τον ταξικό αγώνα. Ωστόσο, για να μην εγκλωβιστούμε στον φιλελευθερισμό των δικαιωμάτων χρειαζόμαστε καθολικά υποκείμενα (όπως κοινωνικές τάξεις)  που θα είναι σε θέση, θέτοντας το ζήτημα της πρωταρχικής σχέσης (εκμετάλλευσης), να αμφισβητήσουν τα επιμέρους καθεστώτα καταπίεσης. Αυτή η διαπίστωση δεν μειώνει τη σημασία του αγώνα για την κατάργηση των καταπιέσεων διαχωρίζει όμως μεθοδολογικά την καταπίεση από την εκμετάλλευση όσον αφορά στη συγκρότηση του κοινωνικού υποκειμένου. Επομένως άλλα υποκείμενα μας δίνουν οι σχέσεις καταπίεσης και άλλα οι σχέσεις εκμετάλλευσης.

Από την άλλη  οι επιμέρους καταπιέσεις (έμφυλες, σεξουαλικές, φυλετικές, αναπηρικές κ.ά.) μπορούν να οριστούν, εφόσον ιστορικοποιηθούν, όσον αφορά τη δυναμική τους με αναφορά την ταξική θέση.  Η ταξική θέση συνιστά λόγω της καθολικότητάς της και το μέτρο σύγκρισης, πόσο μάλλον όταν οι γυναίκες, όπως και άτομα που καταπιέζονται εξαιτίας του σεξουαλικού τους προσανατολισμού (ομοφυλόφιλο, διαφυλικοί κ.λπ.) συνιστούν  διαταξική κοινωνική κατηγορία και όχι κοινωνική τάξη. Η έμφυλη ταυτότητα  δεν αναιρεί τη θέση για την προτεραιότητα της ταξικής συνθήκης (σχέσεις εκμετάλλευσης). Βεβαίως αντιλαμβάνεται ο καθένας πως η θέση για την «ταυτοχρονία των καταπιέσεων» με την κάθε μία από αυτές να βρίσκεται ριζωμένη σε μια διαφορετική  μορφή κυριαρχίας  (έμφυλη, φυλετική, σεξουαλική, οικονομική κ.λπ.), χωρίς κάποια από αυτές να έχει ερμηνευτική προτεραιότητα έναντι κάποιας άλλης (ας πούμε η οικονομικό-ταξική έναντι της σεξουαλικής καταπίεσης)  σπρώχνει τα πράγματα, καθώς δεν μπορούν να προσδιοριστούν οι αιτίες των φαινομένων και να ιεραρχηθούν προτεραιότητες, στο τυχαίο και στο φαταλισμό (βλ. Ε. Ο. Wright 1984). Στην προοπτική των πολλαπλών καταπιέσεων  ακυρώνεται ουσιαστικά και η δυνατότητα συγκρότησης ενός καθολικού υποκειμένου.

Είναι προφανές πως όταν το κοινωνικό ζήτημα τίθεται με όρους εξουσίας (καταπιεστές/καταπιεζόμενοι) τα κοινωνικά υποκείμενα θα αναζητηθούν στη σφαίρα της εξουσίας (M. Weber, M. Foucault κ.ά.). Με αυτή την έννοια θα αρκούσε η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας για να αρθεί η καταπίεση και να αποκατασταθεί η αδικία. Εφόσον πάλι το ζήτημα τεθεί με όρους κύρους και αξιοπρέπειας («καταφρονημένοι» κ.λπ.) η αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη, θα έπρεπε επίσης να αίρει την αντίθεση και να αποκαθιστά την αξιοπρέπεια. Εφόσον πάλι το ζήτημα τεθεί με ηθικούς όρους (τίμιοι/διεφθαρμένοι, συνεπείς/ασυνεπείς, «αγανακτισμένοι» κ.λπ.) η αντικατάσταση των πρώτων από τους δεύτερους  θα αρκούσε, όπως διατείνεται η θεωρία των ελίτ (Pareto, Mosca κ.λπ.) για να αντιμετωπιστεί η διαφθορά και να αποκατασταθεί η «τίμια» διαχείριση. Εντούτοις, κοινή είναι η διαπίστωση ότι οι οποιεσδήποτε αλλαγές στα διάφορα πεδία αδυνατούν να άρουν τις αιτίες αυτών των αντιθέσεων. Επομένως  οι  άνισες θέσεις, οι ασύμμετρες σχέσεις, εφόσον δεχτούμε μια κοινωνική διαστρωμάτωση κύρους, αναγνώρισης και ηθικής είναι  παράγωγες της ταξικής συνθήκης. Αυτή είναι εν τέλει που διαπερνώντας όλες τος σφαίρες κοινωνικής αναπαραγωγής, παράγει δευτερεύουσες αντιθέσεις που απολήγουν σε ασύμμετρες σχέσεις και στις πολλαπλές καταπιέσεις. Αυτό μας θέτει εκ νέου το ζήτημα της δυναμικής των κοινωνικών υποκειμένων. Αν δηλαδή τα υποκείμενα που δομούνται εδώ δύναται να θέσουν μαζί με το ζήτημα κατάργησης των επιμέρους καταπιέσεων και το ζήτημα της εκμετάλλευσης; Ωστόσο, βαθμίδες εξουσίας και κύρους,  κατηγορίες ηθικής κ.λπ. αδυνατούν να εξηγήσουν την πολλαπλότητα των καταπιέσεων (εξουσιαστικών, ηθικών, έμφυλων κ.ά.), καθώς δεν διαθέτουν τους θεωρητικούς (μεθοδολογικούς) συνειρμούς που ενυπάρχουν στην αναλυτική κατηγορία της κοινωνικής τάξης (η τάξη ως μορφή ενσωματωμένης εκμετάλλευσης) (βλ. Σαιντ Κρουά, ντε 1998: 102). Μόνο εφόσον το κοινωνικό ζήτημα τεθεί με όρους εκμετάλλευσης και όχι με όρους μιας «ταυτοχρονίας καταπιέσεων» -με την κάθε μία από αυτές να εντοπίζεται σε μια διαφορετική  μορφή κυριαρχίας  (δύναμης, ηθικής, φυλής, φύλου κ.λπ.)- μπορούν να προσδιοριστούν οι αιτίες των φαινομένων, να ιεραρχηθούν προτεραιότητες ώστε να αναδειχτεί, με τη σειρά τους,  η ισχύς και η δυναμική των κοινωνικών υποκειμένων.

Ούτε νομίζω πως μπορεί να αμφισβητηθεί  η κεντρική σημασία  της εργασίας ως ενταξιακού μηχανισμού για τις κοινωνίες μας, προς όφελος άλλων παραγόντων (κατανάλωση, κοινωνική αναγνώριση κ.λπ.), όπως διατείνονται οι A. Negri και M. Hardt (βλ. Hardt, Negri 2002). Ως γνωστόν αυτοί  βλέπουν στην εξαύλωση της εργασίας  («άυλη εργασία») την ακύρωση της θεωρίας της αξίας αλλά και το τέλος της εργατικής τάξης ως ιστορικού υποκειμένου.  Η διάχυση της εργασίας σε ολόκληρη την κοινωνία («κοινωνία εργοστάσιο») καθιστά την εργασία μη μετρήσιμη ενώ το κεφάλαιο κινείται, σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική,  προς τη σφαίρα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης για να ιδιοποιηθεί ζωτικά στοιχεία (φαντασία, δημιουργικότητα, πρωτοβουλία κ.λπ.) που προσδιορίζουν πλέον την εργασιακή δύναμη (βλ. «ένστικτη δραστηριότητα») (Negri 2002: 235). Σε διακύβευμα αναδεικνύεται πλέον ο έλεγχος των βιόκοσμων (τρόποι ζωής, ταυτότητες, ετερότητες κ.λπ.)  και όχι η σφαίρα παραγωγής, όπου γίνεται ιδιοποίηση χρόνου εργασίας, πράγμα που αναδεικνύει έμμεσα τα νέα κοινωνικά κινήματα που θεματοποιούν, εκτός των άλλων,  ζητήματα καταπίεσης και αναγνώρισης, σε κεντρικούς πρωταγωνιστές της σύγκρουσης. Εντούτοις στρατηγικός στόχος των εφαρμοζόμενων πολιτικών (μνημονιακές, νεοφιλελεύθερες κ.λπ.) είναι, μαζί με την εργασιακή ευελιξία και την ρευστοποίηση της εργασιακής δύναμης που θα αποτρέψει  το ενδεχόμενο ο κόσμος της εργασίας να μετασχηματιστεί σε πολιτικό υποκείμενο, η απόσπαση περισσότερης απλήρωτης εργασίας. Το γεγονός αυτό δείχνει πως η εργασία και η σχέση εκμετάλλευσης (ιδιοποίηση χρόνου εργασίας/υπεραξίας) χαρακτηρίζει και σήμερα τις κοινωνικές σχέσεις ενώ υποδεικνύει και τους κεντρικούς πρωταγωνιστές της αντιπαράθεσης που δεν είναι άλλοι από τις  κοινωνικές τάξεις.

II.1. Ο ορισμός των κοινωνικών υποκειμένων με όρους ηθικής και αναγνώρισης

Από την άλλη η εννοιολόγηση του κοινωνικού ζητήματος με όρους ηθικής   (τίμιος/ανέντιμος) και αξιοπρέπειας ή αναγνώρισης υπονοεί πως τα κοινωνικά υποκείμενα δομούνται με τους ομόλογους όρους στη σφαίρα της ηθικής. Το γεγονός αυτό εμφανίζει τις κοινωνικές σχέσεις ως προσωπικές (ηθικές) σχέσεις  προσδιορίζοντας αντίστοιχα την κοινωνική δράση (αγανακτισμένοι, καταφρονημένοι κ.λπ.) . Να υπενθυμίσουμε πως η κοινωνία ως  «ηθική κοινότητα» (E. Durkheim) που συνέχεται από «συλλογικές αναπαραστάσεις» (ιδέες, θρησκευτικά συστήματα, βιώματα κ.λπ.), υποδηλώνει επίσης ότι η διάρρηξη του κοινωνικού δεσμού (ανομία) μπορεί να αποτραπεί  εφόσον ενισχυθούν οι ηθικοί δεσμοί και ενταθούν οι κοινωνικοποιητικές πρακτικές. Να υπενθυμίσω πως η διατύπωση αυτών των διερωτήσεων γίνεται σε μια περίοδο  ηθικοποίησης των «επικίνδυνων τάξεων» (τέλη 19ου αι.), δηλαδή της εργατικής τάξης και είναι μέρος ενός συνολικού εγχειρήματος κοινωνικής πειθάρχησης. Μάλιστα με την κρίση του κράτους πρόνοιας και την συνακόλουθη ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού δεσμού (εμπορευματοποίηση δημόσιων αγαθών) επανέρχεται εκ νέου ένας ηθικός λόγος (βλ. Levitas 2004) που συνοδεύεται όμως από την ένταση βιοπολιτικών πρακτικών ελέγχου του κοινωνικού σώματος.  Ωστόσο η ένταση αυτού του εγχειρήματος κοινωνικής πειθάρχησης σε συνάρτηση με τη γενίκευση της συνθήκης προλεταριοποίησης προκαλεί αντιδράσεις που αρθρώνονται διαφορετικά. Κατά αυτόν τον τρόπο ο λόγος ακροδεξιών και φασιστικών κομμάτων που εκφράζουν κυρίως μικροαστικά στρώματα και τους «νοικοκυραίους» και απειλούνται με κοινωνική έκπτωση, διανθίζεται με στοιχεία ενός αντιδραστικού ρομαντισμού και τη «λαχτάρα για ενότητα» (βλ. Gay 2010). Αντίθετα ο λόγος των νέων κοινωνικών κινημάτων που εκφράζουν  τη διαμαρτυρία μεσοαστικών στρωμάτων στην αλλοτριωτική συνθήκη και στην καταπίεση,  διανθίζεται με στοιχεία αντικαπιταλιστικού ρομαντισμού (Small is beautiful, οικολογικός ρομαντισμός, «εξανθρωπισμού της εργασίας» κ.ο.κ.)  (βλ. και Schumacher 1999).  Ως γνωστόν αυτές οι ιδέες νομιμοποίησαν στη συνέχεια την αποκέντρωση της παραγωγής αλλά και νεοτεϊλορικές  μορφές οργάνωσης της εργασίας («μεταφορντισμός» κ.λπ) και ως προσπάθεια να υπονομευθεί η δύναμη των συνδικάτων.

Σε μεγάλο βαθμό η εννοιολόγηση του κοινωνικού ζητήματος με όρους κύρους, αξιοπρέπειας, και αναγνώρισης αναφέρεται στις αξίες  της προκαπιταλιστικής κοινότητας όπου οι άνθρωποι εμφανίζονταν ως πρόσωπα (τίμιοι, ειλικρινείς, αξιοπρεπείς κ.λπ.). Στις προκαπιταλιστικές συσσωματώσεις οι κοινωνικές σχέσεις δεν είχαν αυτονομηθεί πλήρως από τα πρόσωπα και συνιστούσαν περισσότερο αυτοσκοπό και λιγότερο μέσον. Ωστόσο ο ορισμός του  κοινωνικού ζητήματος σήμερα με αναφορά την κοινότητα (Community) και το αξιακό της σύστημα λειτουργεί ιδεολογικά (αντικαπιταλιστικός ρομαντισμός), επειδή ως διακύβευμα αναδεικνύεται η αποκατάσταση των ατόμων ως προσώπων στο πλαίσιο ενός παρωχημένου συστήματος κοινωνικών σχέσεων («νομοκατεστημένες τάξεις»/ status groups). Και πραγματικά «οι πολιτικές της ταυτότητας» (politics of identity), ή της «πολιτικής της αναγνώρισης» (politics of recognition) (Dean 2008) ασκώντας  κριτική στο αξιακό υπόστρωμα των «πολιτικών της τιμής» που χαρακτηρίζει προκαπιταλιστικές πραγματικότητες  (φεουδαρχική κοινωνία), αλλά και της «αξιοπρέπειας» που χαρακτηρίζει τον φιλελευθερισμό θεωρούν τις πρακτικές των διαφορετικών δικαιωμάτων (Taylor 1997: 83, 93) και τις επιμέρους «κοινότητες δικαίου» (Walzer 2003: 120) προϋπόθεση για την κοινωνική ισότητα  (όχι μέσω της καθολικής αναγνώρισης) αλλά μέσω της «ίσης αναγνώρισης». Και αυτό επειδή κάποιες ομάδες με κοινωνικο-πολιτισμικό πρόσημο χρειάζονται διαφορετικά δικαιώματα  για να πραγματώσουν την ελευθερία και την ισότητα.

Μολαταύτα στην αστική-καπιταλιστική πραγματικότητα «αξιοπρέπεια»  μπορούν να έχουν όσοι/όσες διαθέτουν κύρος (απόρροια της κοινωνικής θέσης ή της εργασιακής κατάστασης), ιδιοκτησία και πόρους (οικονομικούς και συμβολικούς) ή, αποζητούν εξαιτίας αυτών αναγνώριση και θετική διάκριση. Ούτε δύναται  η «συνθετική αναγνώριση», δηλαδή η διανομή διαφορετικών αγαθών, σε διαφορετικές ομάδες για διαφορετικούς λόγους, όπως προτείνει ο M. Walzer (Walzer 2003), να άρει τις άνισες θέσεις στο σύστημα παραγωγής που προσδιορίζουν σε τελική ανάλυση και τις άνισες σχέσεις στο σύστημα διανομής αγαθών και δικαιωμάτων. Εκτός αν αποσυνδέσουμε το σύστημα διανομής από το σύστημα παραγωγής θεωρώντας πως μπορούμε να παρέμβουμε στο δεύτερο αγνοώντας  τις άνισες θέσεις που εμπερικλείει το πρώτο.  Χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω οριζόντιες (εξωοικονομικές) καταστάσεις κοινωνικού αποκλεισμού με βάση το φύλο (πατριαρχία), τη «φυλή» (ρατσισμός), την εθνοτική ομάδα κ.ο.κ.,  που συχνά επιβάλλονται ως διαφορετικές καταστάσεις εκμίσθωσης της εργασιακής δύναμης ή της άμισθης εργασίας (αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης) (βλ. και Federici 2018) οι πολιτικές της κοινωνικής αναγνώρισης εκκινούν από μια καντιανή αντίληψη για την κοινωνία ως «κοινωνία ηθικών υποκειμένων» (Guyer 2011: 90 (τα άτομα ως ηθικά υποκείμενα). Αναμένουν δε την παρέμβαση, σε τελική ανάλυση από το πολιτικό στοιχείο («κράτος των σκοπών») (βλ. Kant 1984: 433), παρέχοντας μια αδικαιολόγητη αυτονομία στη δράση του (πολιτικός βολονταρισμός).

Ασφαλώς και  η απουσία αναγνώρισης μπορεί να αποτελέσει μια μορφή καταπίεσης, επειδή ένα άτομο ή μια ομάδα αναγκάζεται να αποδεχτεί την κυρίαρχη αναπαράσταση που οδηγεί σε ένα στερημένο τρόπο ύπαρξης («εσφαλμένη αναγνώριση»)  (Taylor 1997: 72). Ωστόσο μια κατάσταση «εσφαλμένης αναγνώρισης»  εξισορροπείται σημαντικά αν δεν αναιρείται κιόλας από την ταξική θέση, το κοινωνικό και πολιτισμικό κεφάλαιο κ.λπ. δείχνοντας εν τέλει πως αυτή είναι παράγωγο της ανισότητας που είναι ενσωματωμένη στην ταξική δομή. Στον βαθμό μάλιστα που αυτές οι πολιτικές (ταυτότητας και αναγνώρισης) εστιάζουν σε μια «ενδογενή» αντίληψη της ταυτότητας και της αναγνώρισης που δεν διαμεσολαβείται κοινωνικά, αλλά μόνο ηθικά, αργά ή γρήγορα θα βρεθούν να αναζητούν την ευθύνη για την εμφάνιση του προβλήματος (φτώχεια, ανεργία κ.λπ.) στα άτομα («ηθική της ευθύνης») (βλ. και Dean 2004). Συνεπώς η ανάδειξη της ταυτότητας ή της αναγνώρισης σε συγκροτητικό στοιχείο της πραγματικότητας μπορεί να οδηγήσει σε μια τμηματοποίηση της κοινωνίας αναπαράγοντας τις ανισότητες στο εσωτερικό των «σφαιρών» (όπως στον M. Walzer), δηλαδή των κοινοτήτων.

Αμφίβολο είναι επίσης, αν αυτή η απόδοση ταυτότητας (εθνοτική, πολιτισμική, σεξουαλική κ.λπ.) και η αναγνώριση έχει κάποιο πρακτικό περιεχόμενο για το άτομο, αφού επηρεάζει ελάχιστα ή καθόλου τις δομικές αιτίες της ανισότητας. Ούτε μπορεί ο δικαιωματισμός, είτε ως ιδεολογία (ηθικισμός), είτε ως πρακτική (νομικισμός) να διασφαλίσει τους υλικούς όρους μιας αυτόνομης και χειραφετητικής κοινωνικής  δράσης, πόσο μάλλον όταν εδώ απαιτείται αλλαγή του τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας και πρωτίστως της εργασίας. Εξάλλου η  θέση ότι ένα δικαίωµα εμπεριέχει και υποχρέωση έχει ηθική αλλά όχι δεσμευτική βάση (βλ. Benn & Peters 1965). Ούτε μπόρεσε ποτέ η ηθική έννοια της κοινωνικής υποχρέωσης να υπερβεί τη σφαίρα διανομής των αγαθών, καθώς προσέκρουε πάντοτε   στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής που αποτελεί την πεμπτουσία μιας καπιταλιστικής κοινωνίας. Στη διασφάλιση  αυτού του σκοπού αποβλέπει και το φιλελεύθερο κράτος βάζοντας  τα ατομικά συμφέροντα πάνω από τα συλλογικά. Έτσι απεμπολείται η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και κατοχυρώνεται παντοιοτρόπως  το δικαίωμα στην ατομική ιδιοκτησία, παρόλο που αυτά  ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες.  Ως γνωστόν, όταν το κράτος αναδείχτηκε σε υποκείμενο κοινωνικής πολιτικής αναλαμβάνοντας μέρος του κόστους αναπαραγωγής (κράτος πρόνοιας) αυτό κατηγορήθηκε, από τον F. von Hayek κ.ά.,  για κολλεκτιβισμό και  πατερναλισμό  (βλ. Peters 1991). Από τη στιγμή που το δικαίωμα δε έχει πρακτικό αντίκρισμα με κοινωνικο-νομικό περιεχόμενο, όπως κοινωνικό έλεγχο στα μέσα παραγωγής, η αναγνώριση υποκειμένων δικαιωμάτων (άτομα, ομάδες κ.λπ.)  μπορεί να συνιστά και μια πρακτική ενσωμάτωσης («κοινωνικής») και ολοκλήρωσης του συστήματος, πόσο μάλλον όταν μέσω του δικαιωματισμού πραγματώνεται η αστική κυριαρχία Και αυτό επειδή η ισότητα με τις δικαιωματικές πρακτικές υπονομεύεται πάραυτα από την κοινωνική ανισότητα  της καπιταλιστικής κοινωνίας που έχει ως βάση δικαιωμάτων την ιδιοκτησία και την άσκησή της  (ιδιοκτησιακός ατομικισμός) (βλ. Μάκφερσον1994: 25),

Συνεπώς και από τη στιγμή που τα δικαιώματα έχουν μόνο ηθικό αλλά όχι δεσμευτικό χαρακτήρα, η εργασία, συνιστά και τον μοναδικό κοινωνικό πόρο που μπορεί να διασφαλίζει ποσοτικά (παραγωγή κοινωνικού πλούτου) και ποιοτικά (παραγωγή υποκειμενικότητας) τους όρους της κοινωνικής συμμετοχής και  της αναγνώρισης. Και αυτό επειδή όλες οι μορφές εργασίας, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και τη μορφή τους (εκτελεστική ή αυτόνομη)είναι εξίσου αναγκαίες για τη διατήρηση ενός βιοτικού επιπέδου που θα προσφέρει σε όλους/ες οντολογική ασφάλεια αλλά και τα αντίστοιχα μέσα (πολιτισμικά, επικοινωνιακά κ.λπ.) παράγοντας κοινωνία.  Ως γνωστόν ο διαχωρισμός της εργασίας σε διανοητική και εκτελεστική όπως και ο διαχωρισμός της σε αυτόνομη (δημιουργική) και εκτελεστική (εργαλειακή) πολύ λίγο αφορά τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας, όπως μόλις αναφέραμε, αλλά σχεδιάστηκε και εμπεδώθηκε για να αφαιρεθεί ο έλεγχος της εργασιακής διαδικασίας από τους εργάτες που είχαν το μονοπώλιο της γνώσης (τεϊλορισμός, φορντισμός, μεταφορντισμός κ.λπ.). Παράγωγο αυτών των κοινωνικών-εργασιακών νεωτερισμών  είναι και η αναβάθμιση της διευθυντικής/σχεδιαστικής  εργασίας και η υποβάθμιση/αποειδίκευση της υπόλοιπης εργασίας που στο κυρίαρχο σύστημα αξιών απαξιώνεται κοινωνικά. Εν πρώτοις, λοιπόν, οι έννοιες της κοινωνικής αναγνώρισης φαίνεται να αφορούν εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που βιώνουν την εργασία ως δημιουργικό πράττειν, δηλαδή τα (μεσο)αστικά στρώματα. Σε έναν βαθμό αυτό αφορά και τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα (αυτοαπασχολούμενοι, βιοτέχνες, έμποροι κ.ά.) που έχουν μικρή ιδιοκτησία και αποδέχονται τους αξιακούς κώδικες της αστικής κοινωνίας. Αντίθετα η εργασία των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων ως εξαρτημένη και εκτελεστική (ή χειρωνακτική) απαξιώνεται και υποβαθμίζεται κοινωνικά ώστε να νομιμοποιείται η υποπληρωμή της. Αυτή αντιμετωπίζεται ως η εργασία στο επίπεδο του «μοχθούντος» ζώου  (Animal Laborans)  που απαξιώνεται κοινωνικά και ηθικά και αδυνατεί λόγω του εκτελεστικού της χαρακτήρα να υπερβεί την ένστικτη κατάσταση (τις παρορμήσεις του σώματος) προς όφελος μιας vita contemplativa (θεωρητικός βίος) (βλ. και Arendt 1986: 165).

Εδώ, σε συνθήκες εκτελεστικής εργασίας, μάλλον δεν θα υπάρχει, ούτε η ανάγκη, αλλά ούτε η επιθυμία για επίδειξη και αναγνώριση. Ούτε πάλι το βιοτικό ύφος αυτών των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων (κατοικείν, αισθητικές προτιμήσεις,  καταναλωτικές συνήθειες κ.λπ.)  διακρίνονται για την «αποκλειστικότητά» τους (exclusivity) ώστε να συγκροτούν, όπως το θέτει ο M. Weber, διακριτή κοινωνική τάξη. Αντίθετα τα αστικά και μεσαία στρώματα μπορούν να επιδείξουν την αναβαθμισμένη (σχεδιαστική/διευθυντική) εργασία τους που σε μεγάλο βαθμό ελέγχει την εργασία άλλων, την  εργασιακή τους αυτονομία, την απλοχωριά  του σπιτιού που τους επιτρέπει να αναπτύξουν μια ιδιωτικότητα  και να επικοινωνήσουν διαλογικά αναλύοντας τον εαυτό τους. Να γιατί αυτά τα στρώματα αποδίδουν τόση σημασία στην αυτονομία και στην αυτοπραγμάτωση. Σε τελική ανάλυση η κοινωνική αναγνώριση με τις υλικές και συμβολικές αμοιβές που τη συνοδεύουν, επιβεβαιώνει και νομιμοποιεί αυτά τα στρώματα, πόσο μάλλον όταν αυτά αποσπούν από το κοινωνικό πλεόνασμα -και εξαιτίας του ελεγκτικού χαρακτήρα της εργασίας τους- αρκετά παραπάνω από το κόστος κοινωνικής αναπαραγωγής της εργατικής τους δύναμης. Εξάλλου, η κοινωνική αναγνώριση εξαρτάται από δύσβατους όρους όπως η ισοτιμία κοινωνικής συμμετοχής, η άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων κ.ά. (Fraser 1997). Ως γνωστόν αυτοί οι όροι έχουν αναιρεθεί εν μέρει τα τελευταία χρόνια ενώ η απεμπόληση της καθολικότητας του κράτους πρόνοιας και η μετατόπιση προς τις ειδικές κοινωνικές πολιτικές (βλ. ομάδες στόχος, ευπαθείς ομάδες κ.λπ.), εξατομικεύει το πρόβλημα εμφανίζοντάς το ως προσωπικό. Τόσο οι ανάγκες όσο και η ικανοποίησή τους εμφανίζονται, ακολουθώντας την εμπορευματοποίηση των δημόσιων αγαθών και την αποθέσμιση του κοινωνικού δεσμού (οιονεί ιδιωτικοποίηση), ως προσωπικό πρόβλημα. Έχω την εντύπωση πως εδώ, στο πρόσωπο, απευθύνεται ο «λόγος» (Discourse) της αναγνώρισης, αφού όμως πρώτα το έχει διαχωρίσει επιμελώς από την ταξική συνθήκη αλλά και την ταυτότητα των ατόμων και  ομάδων ως παραγωγών του κοινωνικού πλούτου. Να υπενθυμίσουμε πως στρατηγική επιδίωξη του εργατικού κινήματος, πέρα από τις συνθήκες εργασίας (8/ωρο, κοινωνική ασφάλιση κ.λπ.), ήταν η υλική και συμβολική αναγνώριση των εργατών ως παραγωγών του κοινωνικού πλούτου. Η περηφάνεια των εργατών ως παραγωγών συνέβαλε σημαντικά, τόσο στην αποκατάσταση της της συλλογικής αυτοεκτίμησης της τάξης, όσο και στη συγκρότηση της εργατικής τάξης ως κοινωνικού υποκειμένου.

Η αντίληψη της κοινωνίας ως ηθικής κοινότητας και των κοινωνικών δρώντων ως υποκειμένων που μοιράζονται κοινές ηθικές αξίες για τη λειτουργία της οικονομίας  τους δίκαιους μισθούς, τις δίκαιες τιμές για το ψωμί κ.ο.κ. (Moral Economy) χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη συγκρότηση της εργατικής τάξης, όπως παραδειγματικά δείχνει ο E. P. Thompson στο βιβλίο του The Making of English Working Class, (Thompson 1991: 259 κ.ε.).  Τα ηθικά-εθιμικά στοιχεία της Moral Economy διαπερνούν, σύμφωνα με τον ίδιο, το αξιακό σύστημα της αγγλικής εργατικής τάξης στη διαδικασία συγκρότησής της (18ος-19ος αιώνας) και προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική της δράση.  Τόσο η προσέγγιση του E. P. Thompson όσο και άλλων (F. Fanon, P. Freire  κ.ά.) που έχουν ως μονάδα ανάλυσης τον (δι)υποκειμενικό κόσμο και τις συνειδησιακές του στρώσεις ( «βουβή εμπειρία», «κουλτούρα της σιωπής» «βίωμα της καταπίεσης» κ.λπ.) και μπορεί να τις εντάξει κανείς στη φαινομενολογία ή στον ουμανιστικό υπαρξισμό, υποτιμούν σε ένα βαθμό τη δομή -στην περίπτωση της αγγλικής εργατικής τάξης τη μισθωτή εργασία- που επενέργησε πάνω στη διυποκειμενικότητα και στην κοινωνική συνείδηση και τις διαμόρφωσε. Ως γνωστόν, η φαινομενολογία διατείνεται πως  αφού τεθεί  σε παρένθεση η ορθολογική  (επιστημονική) σκέψη που αποικιοποιεί τους βιωμένους κόσμους μπορούμε να ακουμπήσουμε την καθαρή συνείδηση και τον ηθικό της πυρήνα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να επέλθει η αποπραγμοποίηση, δηλαδή η αποτίναξη εκείνων των στάσεων που εκλαμβάνονται ως «φυσικές».

Βεβαίως τόσο ο E. P. Thompson που εξετάζει τη συγκρότηση της Αγγλικής εργατικής τάξης, όσο και άλλοι, ας πούμε ο F. Fanon, που στοχάζεται πάνω στη συγκρότηση των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, έχουν μπροστά τους μια άλλη κοινωνική πραγματικότητα με την έννοια πως η κοινωνική οργάνωση της παραγωγής και της εργασίας (ταξική δομή, κοινωνικές δυνάμεις κ.λπ.) έχει αναθέσει δεσπόζοντα ρόλο σε ένα από τα  δομικά στοιχεία της κοινωνίας (οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό-ηθικό κ.λπ.). Εντούτοις η αποπραγμοποίηση της συνείδησης χωρίς αποπραγμοποίηση (αποδόμηση) της ίδιας της πραγματικότητας δεν κάνει νόημα, πόσο μάλλον όταν η πραγματικότητα στη φαινομενολογία συνέχεται από νοήματα και «κατασκευάζεται» μέσα από τις ερμηνείες των ίδιων των υποκειμένων («ιθαγενείς κατηγορίες»). Στο συγκεκριμένο Παράδειγμα δεν τίθεται καν ζήτημα αν τα άτομα βρίσκονται σε πλάνη (ιδεολογία) ή αν αυτά είναι εκτεθειμένα σε αλλότρια ως προς την συνείδησή τους συμφέροντα (ταξικά, αγοραία). Κατά τον ίδιο τρόπο η αποπραγμοποίηση της συνείδησης και η απόκτηση μιας κριτικής σκέψης που υπόσχεται η «κριτική παιδαγωγική», παραχωρώντας στον σχολικό θεσμό και στους παιδαγωγούς «πρωτοποριακό» ρόλο, υπονοεί επίσης ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει την κοινωνική συνείδηση. Εδώ όμως σε κοινωνικό υποκείμενο δεν αναδεικνύονται οι παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου, δηλαδή η εργαζόμενη τάξη, αλλά κοινωνικές κατηγορίες που συγκροτούνται σε μεγάλο βαθμό με ηθικούς όρους (καταπιεσμένοι, καταφρονημένοι, αγανακτισμένοι κ.ο.κ.). Εξάλλου είναι αυτή η ηθική που τροφοδοτεί την εξέγερση ή συμβάλλει σύμφωνα με τον B. Moore στην υποταγή (βλ. Moore 2015). Ωστόσο,  η έλλειψη κύρους,  αξιοπρέπειας και αναγνώρισης με τα αντίστοιχα ηθικά ερείσματα είναι σε μεγάλο βαθμό «δοτά», επειδή αυτά αποδίδονται σύμφωνα με το κυρίαρχο σύστημα αξιών για την εργασία,  την κοινωνική θέση, την κοινωνική συμπεριφορά κ.ο.κ.  Εξάλλου, κάποια από αυτά πωλούνται, όπως γίνεται με το κύρος και τη κοινωνική δικτύωση που προσφέρουν ιδιωτικά ιδρύματα (σχολεία, κολλέγια, λέσχες κ.λπ.) (βλ. και Brown 2015: 276), ή τους τίτλους ευγενείας που αγόραζαν οι αστοί στην περίοδο της απολυταρχίας ώστε η κοινωνική τους θέση να συμβαδίζει με την οικονομική τους κατάσταση. Συνεπώς, η αποδοχή αυτών των αξιολογήσεων από τις «υποτελείς τάξεις» οδηγεί μάλλον σε μια «εγκλωβισμένη δράση» που προκαλεί πικρία, αγανάκτηση, εξεγερσιακή διάθεση δίνοντας κοινωνικά υποκείμενα με περιορισμένες δυνατότητες δράσης. Σε κάθε περίπτωση δεν ακουμπά τον πυρήνα των κοινωνικών σχέσεων που παραμένει εκμεταλλευτικός ενώ δεν ιστορικοποιούνται και αυτές οι σχέσεις καταπίεσης ώστε να καταδειχτεί η πρωταρχικότητα ή η συμπληρωματικότητά τους προς τις σχέσεις εκμετάλλευσης. Με αυτή την έννοια η κοινωνική δυναμική των κοινωνικών υποκειμένων που δομούνται εδώ αδυνατούν να θέσουν το ζήτημα των εκμεταλλευτικών σχέσεων, καθώς, αντίθετα με την εκμετάλλευση  στην οποία υπάρχει ενσωματωμένη καταπίεση, στην καταπίεση, όπως είδαμε και παραπάνω, δεν υπάρχει οπωσδήποτε εκμετάλλευση.

Συνέχεια στο –> Β μέρος

* Η βιβλιογραφία του Δοκιμίου παρατίθεται συνολικά στο τέλος

Discover more from

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading