Πίσω από την Ομίχλη του Πολέμου

Σύμφωνα με την κυρίαρχη ακαδημαϊκή θεώρηση, όπως εκφράζεται από τον Κένεθ Νιλ Γουόλτς στο έργο του «Θεωρία Διεθνούς Πολιτικής», τα κύρια χαρακτηριστικά της διεθνούς πολιτικής καθορίζονται πρωτίστως από την απουσία ρυθμιστικής εξουσίας. Αυτή η απουσία υπερκρατικής αρχής, η οποία θα μπορούσε να ρυθμίζει τον ανταγωνισμό σε ένα καθεστώς όπου οι σχέσεις των κρατών είναι κατά βάση συγκρουσιακές, οδηγεί νομοτελειακά στην αστάθεια και την αναρχία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη οφείλουν να κατοχυρώσουν την ασφάλειά τους, απειλώντας αναπόφευκτα την ασφάλεια άλλων κρατών και επενδύοντας τεράστια κεφάλαια στον εξοπλισμό, προκειμένου να αποκτήσουν «ισχύ», η οποία αναδεικνύεται στο κύριο «νόμισμα» εντός του ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος.

Σε αυτό το περιβάλλον δομικής αναρχίας, ο πόλεμος -είτε ως απειλή είτε ως άσκηση βίας- κατέχει κεντρική θέση. Κατά τον Καρλ φον Κλάουζεβιτς, ο πόλεμος συνιστά τη «συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα». Όπως αναφέρει στο «Περί του πολέμου», η πολιτική πρόθεση αποτελεί τον σκοπό, ενώ ο πόλεμος το μέσο, και το μέσο δεν νοείται ανεξάρτητο από τον σκοπό. Οι σκοποί αυτοί δύνανται να είναι ηγεμονικοί, αμυντικοί, εθνικοαπελευθερωτικοί κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο πόλεμος συγκροτεί μια αλυσίδα με πολλούς κρίκους: ξεκινά από την πρόθεση, συνεχίζει με τον σχεδιασμό και την απόκτηση μέσων ισχύος και καταλήγει στην πολεμική σύρραξη. Ο Κλαούζεβιτς περιέγραψε επίσης τον πόλεμο ως το «βασίλειο της αβεβαιότητας», αναδεικνύοντας την «Ομίχλη» που τον περιβάλλει, δηλαδή την αβεβαιότητα που πηγάζει από την αναξιοπιστία των πληροφοριών, και τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Πολλές αναφορές πληροφοριών στον πόλεμο είναι αντιφατικές, ακόμη περισσότερες είναι ψευδείς, και οι περισσότερες είναι αβέβαιες».

Αυτή η «Ομίχλη του πολέμου» και η αβεβαιότητα που τον διατρέχει, σε μια συνθήκη ακραίου και γενικευμένου ανταγωνισμού, μπορούν να διευρυνθούν τόσο χρονικά όσο και χωρικά, οδηγώντας σε ένα περιβάλλον διαρκούς προσπάθειας χειραγώγησης και παραπληροφόρησης του κοινού. Καταλήγουμε, δηλαδή, σε μια κατάσταση που φαντάζει ψυχωσική, όπου ο κοινός νους -ιδίως με τα σημερινά μέσα- βομβαρδίζεται από ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να σταθμίσει τα γεγονότα και να διακρίνει τις πραγματικές ειδήσεις μέσα στο πλήθος των ψευδών δημοσιευμάτων. Μέσα σε αυτό το γενικευμένο συγκρουσιακό καθεστώς, όπου ξεχωρίζουν συγκεκριμένα μεγάλα κέντρα τα οποία αντιμάχονται το ένα το άλλο, σπανίως παρατηρούμε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ τους. Αντιθέτως, λαμβάνουν χώρα επιμέρους πολεμικές συρράξεις που αποσκοπούν στην άντληση πλεονεκτήματος έναντι των αντιπάλων, κατά το πρότυπο που ο Κλαούζεβιτς αποκαλούσε «περιορισμένο πόλεμο», στον οποίο οι εμπόλεμοι δεν εξαντλούν όλους τους πόρους που έχουν στη διάθεσή τους. Ιστορικά παραδείγματα τέτοιων συγκρούσεων αποτελούν ο Κριμαϊκός πόλεμος, ο πόλεμος της Κορέας, ο πόλεμος του Βιετνάμ (στον οποίο η αμερικανική ιμπεριαλιστική στρατηγική, παρά τη σφοδρότητά της, διατήρησε τη σύγκρουση γεωγραφικά και οπλικά οριοθετημένη για να αποτρέψει μια παγκόσμια σύρραξη) και ο πρόσφατος ισραηλινο-ιρανικός πόλεμος.

Ωστόσο, όλη αυτή η ανάλυση περί κρατικής ασφάλειας και ισορροπίας δυνάμεων, εντός ενός διεθνούς συστήματος που χαρακτηρίζεται από δομική αβεβαιότητα και απουσία υπερκρατικής ρυθμιστικής αρχής, δεν αποτελεί παρά μια μυωπική αφαίρεση που συσκοτίζει την πραγματική κίνηση της ιστορίας. Αυτό που οι ιδεολογικοί εκφραστές της αστικής κυριαρχίας επιλέγουν να αποκρύψουν είναι ότι το κράτος δεν αποτελεί μια αυτόνομη οντότητα που αιωρείται πάνω από την κοινωνία, επιδιώκοντας κάποιο μεταφυσικό «εθνικό συμφέρον». Το κράτος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μορφή οργάνωσης την οποία η κυρίαρχη τάξη υιοθέτησε αναγκαστικά, τόσο προς τα έξω όσο και προς τα μέσα, για την προστασία των συμφερόντων της. Όπως άλλωστε εύστοχα επισημαίνει και ο Αλαίν Μπαντιού, βιώνουμε μια κατάσταση όπου στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό οι κρατικές δομές μετατρέπονται σε απλούς «τοπικούς διαχειριστές» μιας βίαιης και άνευ ορίων παγκόσμιας αγοράς «που οργανώνει την κοινωνική υφή των χωρών και των κρατών τους».

Συνεπώς, η λεγόμενη «αναρχία» του διεθνούς συστήματος, την οποία επικαλείται ο Γουόλτς, δεν πηγάζει από την απουσία μιας υπερκρατικής αρχής, αλλά αποτελεί την αντανάκλαση της αναρχίας που επικρατεί στην ίδια την καπιταλιστική παραγωγή. Οι συγκρούσεις των κρατών δεν είναι παρά η προέκταση του ανταγωνισμού των κεφαλαιοκρατών στην παγκόσμια αρένα. Τα κράτη δεν εξοπλίζονται για να προστατεύσουν αφηρημένα την «κυριαρχία» τους, αλλά για να διασφαλίσουν νέες αγορές, φθηνές πρώτες ύλες και πεδία για την εξαγωγή του πλεονάζοντος κεφαλαίου που ασφυκτιεί στα στενά εθνικά όρια. Η «ισχύς», λοιπόν, είναι μια φετιχοποιημένη έννοια. Στην πραγματικότητα, η μόνη ισχύς που υπαγορεύει τους κανόνες είναι η δύναμη του Κεφαλαίου, που δεν γνωρίζει πατρίδα και σαρώνει κάθε εθνικό σύνορο στην αδήριτη ανάγκη του για αυτο-αξιοποίηση.

Αυτή η διάχυτη αίσθηση της δομικής αναρχίας και της πολιτικής αβεβαιότητας που αυτή επιφέρει, έχει λάβει πλέον χαρακτηριστικά μόνιμης κατάστασης. Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο: από τη μια πλευρά η κοινή γνώμη εθίζεται στην ιδέα πως ο κόσμος αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς (διαρκείς πολεμικές συρράξεις, ανατροπή καθεστώτων, ξαναμοίρασμα σφαιρών επιρροής), κι από την άλλη εμπεδώνεται η αντίληψη πως ο κόσμος λειτουργούσε έτσι από καταβολής ανθρώπινου πολιτισμού και θα συνεχίσει να λειτουργεί έτσι εις το διηνεκές. Όπως παρατηρεί ο Μαρκ Φίσερ, βιώνουμε μια συνθήκη όπου η αδυναμία να φανταστούμε μια διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα έχει εγκλωβίσει τις κοινωνίες σε μια στείρα επανάληψη του παρόντος και μια «αργή ακύρωση του μέλλοντος». Σε αυτό το κλίμα συμβάλλει καθοριστικά και η αστική ιστοριογραφία, η οποία επιδίδεται σε συστηματική απόκρυψη της ταξικής ουσίας των συγκρούσεων, αναγορεύοντας τον πόλεμο σε αυτοτελή δημιουργό της ιστορίας. Ο Κήγκαν, για παράδειγμα, αποκόπτει τεχνητά τη στρατιωτική βία από την υλική της βάση, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Η γραπτή ιστορία του κόσμου είναι εν πολλοίς η ιστορία του πολέμου γιατί τα κράτη στα οποία ζούμε, σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα κατακτήσεων, πολιτικής διαμάχης ή αγώνα για την ανεξαρτησία».

Αντικρούοντας αυτές τις ιδεαλιστικές ερμηνείες, οφείλουμε να καταδείξουμε την οργανική σύνδεση της οργανωμένης βίας με την εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων. Η μήτρα του πολέμου δεν εντοπίζεται σε εξωτερικές γεωπολιτικές αφορμές, αλλά στη θεμελιώδη αντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Υπό αυτό το πρίσμα, επανεξετάζεται και η κλαουζεβιτσιανή θεώρηση, καθώς η «ομίχλη» δεν συνιστά τυχαίο παρεπόμενο της σύγκρουσης, αλλά σκόπιμο κατασκεύασμα της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η σύγχυση του κοινού νου αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μετατραπεί ο προλετάριος σε κρέας για τα κανόνια. Ακόμη και ο «περιορισμένος πόλεμος» δεν αποτελεί ένδειξη πολιτικής σωφροσύνης, αλλά κυνικού οικονομικού υπολογισμού. Το Κεφάλαιο, στην ιμπεριαλιστική του εξόρμηση, επιλέγει αυτή τη μορφή σύγκρουσης διότι δεν επιθυμεί την ολοσχερή καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων και υποδομών που σκοπεύει αργότερα να ιδιοποιηθεί. Στα σύγχρονα θέατρα του πολέμου, λοιπόν, οι πόροι εξοικονομούνται από τις μεγάλες δυνάμεις μόνο και μόνο για να δαπανηθούν οι ζωές των εργατών σε μια σύγκρουση που τους είναι ξένη. Ο πόλεμος, τελικά, δεν είναι απλώς η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, αλλά η συνέχιση του οικονομικού ανταγωνισμού με τη μορφή της ένοπλης βίας, ο οποίος αναδιατάσσει βίαια τις συμμαχίες και οδηγεί σε αχρηστία τους υφιστάμενους διεθνείς οργανισμούς.

Η κατάρρευση των θεσμών του ΟΗΕ, σε συνδυασμό με τον εμφύλιο σπαραγμό που σοβεί στο εσωτερικό των ΗΠΑ, σηματοδοτούν την τερματική κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας. Πρόκειται για εκείνη τη φάση όπου η φθίνουσα δύναμη, έχοντας απωλέσει την οικονομική της ρώμη, καταφεύγει στην ωμή βία για να διατηρήσει τα κεκτημένα. Βιώνουμε αυτό που ο Τζοβάνι Αρίγκι περιέγραψε ως «συστημικό χάος», το αναπόφευκτο μεσοδιάστημα όπου η παλιά τάξη πεθαίνει και η νέα δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Η επέκταση της χρηματιστικοποίησης, η οποία κατά τον Αρίγκι αποτελεί το «σημάδι του φθινοπώρου κάθε ηγεμονικού συστήματος», έχει πλέον δώσει τη θέση της σε έναν βαρύ, αιματηρό χειμώνα για την ανθρωπότητα.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, τα μονοπώλια και οι κυβερνήσεις τους δεν διστάζουν μπροστά σε κανένα έγκλημα για την επιβολή της κυριαρχίας τους. Ωστόσο, η νομιμοποίηση αυτής της βίας στη συνείδηση των λαών απαιτεί ισχυρά ιδεολογικά άλλοθι. Σε αυτό το πλαίσιο, η αστική διανόηση επιστρατεύει αντιδραστικές θεωρίες που αποδίδουν τον πόλεμο σε μια υποτιθέμενη, βίαιη «ανθρώπινη φύση». Υπό το δόγμα «ο άνθρωπος λύκος για τον άνθρωπο» (Χομπς), καλλιεργείται συστηματικά ο εθνικισμός και υποδαυλίζονται τεχνητές θρησκευτικές ή φυλετικές διαφορές, ώστε η σύγκρουση να φαντάζει φαινόμενο φυσικό και αναπόφευκτο. Αιχμή του δόρατος αυτής της προπαγάνδας αποτελεί η θεωρία του Σάμιουελ Χάντινγκτον περί Σύγκρουσης των Πολιτισμών, στην οποία διακηρύσσεται ότι «η θεμελιώδης πηγή αντιπαραθέσεων σε αυτό τον καινούργιο κόσμο δε θα είναι πρωταρχικά ούτε ιδεολογική, ούτε οικονομική», αλλά πολιτισμική. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να ορίσει τους πολιτισμούς ως τις «ύστατες ανθρώπινες φυλές», προεξοφλώντας κυνικά ότι «οι σχέσεις μεταξύ ομάδων από διαφορετικούς πολιτισμούς, δεν θα γίνουν σχεδόν ποτέ στενές, θα είναι συνήθως ψυχρές αν όχι εχθρικές».

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι τυχαία. Μεταθέτοντας τη σύγκρουση στο πεδίο του πολιτισμού και της θρησκείας, οι αστοί θεωρητικοί επιχειρούν να αποκρύψουν τον ταξικό χαρακτήρα των πολεμικών αναμετρήσεων. Προσπαθούν να σβήσουν τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους και να τραβήξουν νέες, ψεύτικες γραμμές ανάμεσα σε «Δύση» και «Ανατολή», σε «Χριστιανούς» και «Μουσουλμάνους». Ο στόχος είναι διπλός: αφενός να φανατίσουν τα λαϊκά στρώματα ώστε να πολεμούν για ξένα συμφέροντα νομίζοντας ότι υπερασπίζονται την «πίστη» ή τον «πολιτισμό» τους, και αφετέρου να συσκοτίσουν το γεγονός ότι κάθε πόλεμος συνδέεται αδιάρρηκτα με το πολιτικό καθεστώς από το οποίο πηγάζει.

Σε αυτό το καθεστώς ιδεολογικής συγκάλυψης, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ αυτοαναγορεύονται σε παγκόσμιους εισαγγελείς. Επικαλούμενοι την επιβολή του «διεθνούς δικαίου», εξαπέλυσαν ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις σε Ιράκ, Γιουγκοσλαβία και Αφγανιστάν, ενώ επεκτείνουν τον ιστό τους στις πεδιάδες της Ουκρανίας, εισβάλλουν στη Βενεζουέλα και ακονίζουν τις ξιφολόγχες για το Ιράν. Πλέον, στο δυστοπικό 2026, η κυνική πρόταση εξαγοράς της Γροιλανδίας δεν συνιστά απλή γεωπολιτική εκτροπή, αλλά την απόλυτη επιβεβαίωση της πολιτισμικής λογικής του ύστερου καπιταλισμού, όπου η γη, η ιστορία και η εθνική κυριαρχία ισοπεδώνονται σε ανταλλάξιμα εμπορεύματα, αναβιώνοντας την αποικιοκρατία με όρους real estate. Βρισκόμαστε έτσι εγκλωβισμένοι στο ιστορικό τέλμα που είχε διαγνώσει ο Τζέιμσον, όπου φαντάζει «ευκολότερο να φανταστεί κανείς το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού».

Το λεγόμενο «Διεθνές Δίκαιο» απομυθοποιείται πλήρως, αποκαλύπτοντας τον πραγματικό του ρόλο: δεν συνιστά πανανθρώπινη ηθική επιταγή, αλλά ιδεολογικό εργαλείο ταξικής κυριαρχίας, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του ισχυρού. Η αστική υποκρισία αγγίζει τα όρια της ιστορικής ύβρεως, καθώς η επίκληση της νομιμότητας γίνεται κατά το δοκούν. Πρέπει να επιβληθεί όταν δικαιολογεί τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, αλλά είναι ανύπαρκτη μπροστά στην ισοπέδωση της Γάζας. Εκεί, το «Δίκαιο» σιγεί, επιβεβαιώνοντας πως οι κανόνες ισχύουν μόνο όταν εξυπηρετούν τη γεωπολιτική σκακιέρα της Δύσης. Πλέον, καθώς ακόμη και ο ΟΗΕ καθίσταται τροχοπέδη στην επιδίωξη άμεσης κυριαρχίας, οι διεθνείς θεσμοί παρακάμπτονται και αντικαθίστανται από Συμβούλια Ειρήνης, τα οποία, ουσιαστικά αποτελούν πολεμικά συμβούλια με αποκλειστικό σκοπό την επιβολή της παγκόσμιας δικτατορίας της αγοράς.

Οι φλεγόμενες ζώνες του πλανήτη, από τα ερείπια της Γάζας έως τα πετρελαϊκά πεδία της Βενεζουέλας, δεν αποτελούν προϊόντα απλών γεωπολιτικών τριβών, αλλά τη βίαιη εφαρμογή αυτού που ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ ορίζει ως «συσσώρευση μέσω της υφαρπαγής». Το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, αδυνατώντας πλέον να εντοπίσει κερδοφόρες διεξόδους στην παραγωγή, στρέφεται στην ιδιοποίηση δημόσιου πλούτου και φυσικών πόρων διά της στρατιωτικής ισχύος. Η επιθετικότητα αυτή επικυρώνει τη θέση πως ο ιμπεριαλισμός συνιστά την προσπάθεια για μια «χωρική διευθέτηση των εσωτερικών αντιφάσεων της συσσώρευσης» (Χάρβεϊ), μετατρέποντας ολόκληρες χώρες σε οικόπεδα προς εκκαθάριση, ώστε να συνεχίσει να αναπνέει το κτήνος της αγοράς.

Βεβαίως, η αμερικανική στρατηγική δεν εξαντλείται στον έλεγχο των ενεργειακών ροών. Υπηρετεί πρωτίστως τη γεωστρατηγική περικύκλωση των ανταγωνιστικών πόλων -Ρωσίας και Κίνας- καθώς και την κηδεμονία του μετασοβιετικού χώρου. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ιμπεριαλιστές εργαλειοποιούν υπαρκτές εθνικές διαφορές, όπως το ζήτημα του Κασμίρ, στη διαμάχη Ινδίας – Πακιστάν. Παράλληλα, υπό το πρόσχημα της «ισλαμικής τρομοκρατίας», στοχοποιούνται συστηματικά κράτη πλούσια σε πόρους (Ιράν, Ιράκ, Συρία, Λιβύη, Αλγερία), τα οποία βρίσκονται συχνά στη σφαίρα επιρροής του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, οξύνοντας έτσι τις αντιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, μετατρέποντας την Ευρασία σε πεδίο άγριων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Εν κατακλείδι, η επιστημονική ανάλυση του πολέμου απαιτεί την ανάδειξη της ταξικής του ουσίας και των ιστορικοοικονομικών του αιτιών. Οφείλουμε να απορρίψουμε οριστικά τη βολική συστημική θεώρηση πως η ένοπλη σύγκρουση συνιστά μια στιγμιαία ανωμαλία, προκύπτουσα από παράφρονες ηγέτες ή πολιτισμικά χάσματα. Ο πόλεμος δεν είναι εξωγενές συμβάν, αλλά οργανικό προϊόν της άρχουσας τάξης· αποτελεί τη διαλεκτική συνέχεια της πολιτικής που η ίδια τάξη ασκεί εν καιρώ «ειρήνης» για τη θωράκιση των κερδών της. Η μόνη μεταβολή αφορά τα μέσα. Όταν τα «ειρηνικά» εργαλεία κρίνονται ανεπαρκή, η πολιτική μεταλλάσσεται σε ένοπλη βία. Όσο, λοιπόν, κινητήρια δύναμη παραμένει το κυνήγι του μέγιστου κέρδους, η ειρήνη θα αποτελεί απλώς το διάλειμμα προετοιμασίας για την επόμενη σφαγή. Μόνο απογυμνώνοντας τον πόλεμο από τα ιδεολογικά του πέπλα (τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις και την «αντιτρομοκρατία»), θα μπορέσουν οι λαοί να διακρίνουν αν πρόκειται για έναν άδικο, ιμπεριαλιστικό πόλεμο ή για τον αναγκαίο αγώνα προς την κοινωνική πρόοδο και την ανατροπή της βαρβαρότητας.

Κωνσταντίνος Λίχνος

Discover more from

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading